του καθηγητού κ. Μάριου Μπέγζου
Το ζητούμενο των ημερών μας δεν είναι το ποιος θα είναι ο επόμενος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών, αλλά ποιο είναι το μέλλον της Εκκλησίας της Ελλάδος. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί το μέλλον να μιμείται το παρελθόν, αλλά αντιθέτως επιβάλλεται το μέλλον να καινοτομεί έναντι του παρελθόντος. Το άμεσο παρελθόν της Εκκλησίας της Ελλάδος της τελευταίας δεκαετίας επικεντρώθηκε στο πρόσωπο και το έργο του μακαριστού Αρχιεπισκόπου Χριστοδούλου που διακρινόταν για την εξωστρέφειά του με την πληθωρική παρέμβαση στην δημοσιότητα, τις αλλεπάλληλες συγκρούσεις με την Πολιτεία (ταυτότητες, σχολικά βιβλία κ.λπ.) και την Εκκλησία («Νέες Χώρες», Ιεροσόλυμα κ.λπ.). Το απώτερο παρελθόν της Εκκλησίας μας συνδέθηκε με την εικοσιπεντάχρονη παρουσία του Αρχιεπισκόπου Σεραφείμ που χαρακτηριζόταν από εσωστρέφεια, αθόρυβη επιτέλεση του ποιμαντικού έργου της Εκκλησίας και διακριτική παρέμβαση στη δημοσιότητα σε περίπτωση που θίγονταν εκκλησιαστικά δεδομένα (εκκλησιαστική περιουσία, πολιτικός γάμος κ.λπ.).
Ο νέος Αρχιεπίσκοπος καλείται να ενσαρκώσει μια άλλη, «τρίτη» στάση έναντι της πραγματικότητας, πέρα από την εσωστρέφεια και την εξωστρέφεια. Πιο συγκεκριμένα καλείται να επαναφέρει την Εκκλησία στη σώφρονα διαχείριση των «του οίκου της» και να κατορθώσει έτσι ώστε η Εκκλησία να αναδειχθεί αυτό που είναι κι όχι αυτό που φαίνεται. Εκκλησία είναι η ένωση των διεστώτων, η βίωση της ενότητας των πάντων, η σύναξη των διεσκορπισμένων και η πραγμάτωση της ενότητας.
Σε πρακτικό επίπεδο η Εκκλησία της Ελλάδος μελλοντικά οφείλει να προβεί στην επανόρθωση των ατοπημάτων του παρελθόντος της, τόσο του άμεσου όσο και του απώτερου, στη διάρκεια της μεταπολιτευτικής τριακονταπενταετίας. Σε τρεις τομείς μπορούμε να επισημάνουμε εντελώς ενδεικτικά την επιτέλεση διορθωτικών κινήσεων που σηματοδοτούν το ελπιδοφόρο μέλλον της: στην ορθόδοξη Εκκλησία, στην ελληνική Πολιτεία και στην νεοελληνική κοινωνία.
Ως προς την ορθόδοξη Εκκλησία επιβάλλεται να ενισχυθεί η βίωση της ενότητας υπό την αιγίδα του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Αυτό σημαίνει ότι επιβάλλεται στην Εκκλησία της Ελλάδος να αποδείξει τον σεβασμό της στα δίκαια του Οικουμενικού Θρόνου με την πιστή τήρηση της Πράξεως του 1928 στις «Νέες Χώρες». Επίσης, χρειάζεται να παρασχεθεί από την ελλαδική Εκκλησία κάθε δυνατή αρωγή στην πρωτόθρονη εκκλησία για την επιτέλεση του διορθοδόξου και παγχριστιανικού έργου της στην προώθηση του διεκκλησιαστικού, διαθρησκειακού και διαπολιτισμικού διαλόγου.
Ως προς την ελληνική Πολιτεία χρειάζεται να τηρηθούν με σχεδόν θρησκευτική ευλάβεια οι διακριτοί ρόλοι που οριοθετούν θεσμικά τις σχέσεις Εκκλησίας – Πολιτείας. Πιο συγκεκριμένα η Εκκλησία της Ελλάδος οφείλει να απόσχει από τριβές με την Πολιτεία σε θέματα θεσμικά, όπως ήταν η περιττή και ατυχής περίπτωση των ταυτοτήτων. Επίσης επιβάλλεται ο σεβασμός του ισχύοντος νομικού πολιτισμού της χώρας μας και η αποφυγή ανάμιξης σε εκπαιδευτικούς θεσμούς, όπως είναι το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (αναλυτικά προγράμματα, σχολικά βιβλία κ.λπ.). Δεν πρέπει να συγχέεται η έκφραση γνώμης την οποία ασφαλώς δικαιούται να έχει η Εκκλησία της Ελλάδος με την άσκηση πίεσης στην έννομη τάξη της χώρας χάρη στο έκτακτο κύρος που απολαμβάνει η Εκκλησία στην κοινωνία μας.
Ως προς τη νεοελληνική κοινωνία απαιτείται εκ μέρους της Εκκλησίας να προσφέρει νόημα ζωής στον δεινώς χειμαζόμενο άνθρωπο της εποχής και να συμπαρασταθεί ενεργά στην αντιμετώπιση των υπαρξιακών προβλημάτων του. Η μονοδιάστατη καθημερινότητα καλείται να μετασχηματισθεί σε πολυδιάστατη πραγματικότητα, κι αυτό ακριβώς είναι το νήμα της πνευματικότητας την οποία κατεπειγόντως καλείται να καλλιεργήσει η Εκκλησία. Ακόμη η κοινωνία μας ζητεί από την Εκκλησία να παρέμβει στην αντιμετώπιση των οξυμένων και διευρυμένων σήμερα πια κοινωνικών προβλημάτων από το οικολογικό μέχρι τη βιοηθική και από τη φτώχεια μέχρι την μετανάστευση.
Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα “Καθημερινή” την Κυριακή 3 Φεβρουαρίου 2008.
Ο Μάριος Μπέγζος είναι καθηγητής Συγκριτικής Φιλοσοφίας της Θρησκείας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
Την Κυριακή 17 Φεβρουαρίου 2008 ενθρονίστηκε νέος Αρχιεπίσκοπος Αθηνών & πάσης Ελλάδος ο από Θηβών κ.κ. Ιερώνυμος. Οι προσευχές μας τον συνοδεύουν στο δύσκολο έργο που αναλαμβάνει.
Η εκλογή του νέου Αρχιεπισκόπου ήταν η αφορμή για να αναδημοσιεύσουμε το παραπάνω κείμενο του κ. Μάριου Μπέγζου από την “Καθημερινή” και ελπίζουμε να αποτελέσει ένα πολύ καλό έναυσμα για ένα μεταξύ μας γόνιμο διάλογο για την Εκκλησία του μέλλοντος και ένα ειλικρινές μοίρασμα των αγωνιών και των προβληματισμών μας.















Για μένα ήταν πολύ ευχάριστη έκπληξη η εκλογή Ιερωνύμου.
Όσο κι αν τρέφω μεγάλο σεβασμό απέναντι στον θάνατο ενός ανθρώπου, η καλόπιστη κριτική μας στις επιλογές του μακαριστού Χριστόδουλου δεν πρέπει να μετριάζεται. Δεν αρκεί το να είναι κανείς χαρισματικός ηγέτης, καλοπροαίρετος και προικισμένος επικοινωνιακά, για να είναι αρχιεπίσκοπος.
Ήταν αναρίθμητες φορές που αισθανόμουν πως ο “εκκλησιαστικός” λόγος του μακαριστού Αρχιεπισκόπου μόνο Εκκλησία δεν εξέφραζε. Π.χ. φτάσαμε να συζητούμε για το αν η “εκκλησία” πρέπει να έχει λόγο για την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας, χωρίς να αναρωτιωτιέται ΚΑΝΕΙΣ αν ο αποκλεισμός της Τουρκίας από την Ε.Ε. έχει σχέση με το ήθος στο οποίο μας καλεί ο Χριστός!… Κι αυτό είναι απλά ένα παράδειγμα.
Zητούμενο και ελπίδα για μένα με την εκλογή Ιερονύμου δεν είναι να ενισχυθεί η επιρροή της θεσμικής εκκλησίας, αλλά να τεθεί η θεσμική εκκλησία στην υπηρεσία της όντως Εκκλησίας. Μπας και μπορέσει η θεσμική εκκλησία να αποτελέσει πόλο έλξης και στέγη συνάντησης γνήσιων αναζητητών του Θεού, κι όχι ένας παρασιτικός οργανισμός στο σώμα της όντως Εκκλησίας.