σταυροδρόμι
το σημείο όπου συναντώνται δύο ή περισσότεροι δρόμοιΑρχείο για Μαρτίου, 2008
Χρήστου Γιανναρά: συμβίωση ως αμοιβαία χρήση
Ας μου επιτραπεί να εκφέρω γνώμη (όχι αρτιωμένη άποψη) για το «Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης» που η κυβέρνηση ετοιμάζεται να καταθέσει στη Βουλή.
Δυσκολεύομαι να κατανοήσω τις αντιδράσεις ανθρώπων που νομίζουν ότι εκφράζουν την Εκκλησία αρνούμενοι εκ προοιμίου ένα τέτοιου είδους νομοθέτημα της πολιτείας. Μοιάζει να βρίσκονται εκτός τόπου και χρόνου, νομίζοντας ότι η σημερινή ελλαδική κοινωνία, στο σύνολό της, είναι και «πλήρωμα» της Εκκλησίας, επομένως το εκκλησιαστικό Μυστήριο του Γάμου μπορεί να λειτουργεί και ως νομικός θεσμός της πολιτείας για τη ρύθμιση δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της ανδρόγυνης συμβίωσης.
Βέβαια, το «Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης, θέλει να είναι κάτι διαφορετικό ακόμα και από τον θεσμό του Πολιτικού Γάμου: να μειώσει στο ελάχιστο δυνατό την ανάληψη ευθύνης που συνεπάγεται οποιουδήποτε είδους διαπροσωπική σχέση, να κατοχυρώσει τη συμβίωση μόνο ως γυμνή σύμβαση. Σε αυτό το επίπεδο θα μπορούσε ο πολίτης, άσχετα με τη μετοχή του ή όχι στην Εκκλησία, να έχει αντιρρήσεις σοβαρές. Βέβαια, δεν μπορεί να αγνοήσει ότι το νομοθέτημα υπακούει στη λογική του καθολικού σήμερα «τρόπου του βίου», δηλαδή του κυρίαρχου μοντέλου «πολιτισμού»: του φυσιοκρατικού ατομοκεντρισμού που διαμορφώνει και την παραμικρή πτυχή της οργανωμένης συλλογικότητας.
Το κυρίως θλιβερό είναι ότι η πολιτεία στην Ελλάδα σήμερα (αν κρίνει κανείς από τα κείμενα των «θεωρητικών» που εκφράζουν την εξουσία, όποιο κόμμα και αν τη διαχειρίζεται) αναλαμβάνει σε κοινωνικά θέματα νομοθετικές πρωτοβουλίες που δεν μοιάζει να απηχούν ρεαλιστικές συλλογικές ανάγκες. Μάλλον πιθηκίζουν ό,τι «μοδέρνο» και «προοδευτικό» λιμπίζεται η επαρχιωτίλα των καφενείων του Κολωνακίου. Διαφορετικά δεν μπορεί να εξηγηθεί η προκλητική αδιαφορία που χαρακτηρίζει τα κείμενα των «θεωρητικών» της «προόδου» για τη γνησιότητα ή την αλλοτρίωση της ανθρώπινης ύπαρξης σε συνθήκες άκριτου μιμητισμού.
Στον φυσικό θεσμό του γάμου, που οι απαρχές του χάνονται στα βάθη της Προϊστορίας, το τελετουργικό τυπικό, οποιοδήποτε, δηλώνει μπροστά στην κοινότητα την ανάληψη από το ζευγάρι μιας αμοιβαίας ευθύνης, η οποία ιδρύει και υπηρετεί τη σχέση: Θέλω να μοιραστώ τη ζωή με τον συγκεκριμένο «άλλον», δέχομαι δημόσια την ευθύνη και τη διακινδύνευση της σχέσης. Διότι, σχέση δεν είναι η παράλληλη και ασύμπτωτη συνύπαρξη δύο θωρακισμένων εγωισμών, δεν είναι η δυαδική μοναξιά. Η σχέση είναι εκούσιο άθλημα ελεύθερης αντίστασης στον ατομοκεντρισμό, στις ενστικτώδεις ορμές της αυτοσυντήρησης, της επιβολής της κυριαρχίας. Μοιράζονται τη θέλησή τους οι άνθρωποι στη σχέση, διαφορετικά αλλοτριώνουν τη σχέση σε εξάρτηση, υποταγή, εκμετάλλευση του ενός από τον άλλον.
Ενα νομικό πλαίσιο μπορεί να συμβάλλει στην προστασία από την αλλοτρίωση, αλλά η σύμβαση δεν μπορεί ποτέ να υποκαταστήσει το άθλημα της σχέσης, να αποκλείσει τη στεγασμένη μοναξιά, τη δραματική ακοινωνησία. Ειδικά, πάντως, το «Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης» αλλοτριώνει εξ ορισμού τη διαπροσωπική σχέση σε συμφωνημένη αμοιβαία χρήση του άλλου. Ακριβώς όπως όριζε τον γάμο ο Καντ: «Αμοιβαία χρήση ιδιοτήτων του άλλου φύλου» (wechselseifigen Besitz ihrer Oeschlechtseigenschaften)! Με τα αντικείμενα χρήσης δεν σχετίζεται, απλώς τα χρησιμοποιεί. Είναι ιδιοκτησία σου (Besitz) νομικά κατοχυρωμένη.
Και εξαρτάται μόνο από τους όρους της σύμβασης να επιλέξει κανείς ετερόφυλο ή ομόφυλο αντικείμενο χρήσης. Το «Σύμφωνο Ελεύθερης Συμβίωσης» είναι ένα «επικοινωνιακό» εύρημα για τη νομιμοποίηση και κατοχύρωση δικαιωμάτων σε περιπτώσεις που η σεξουαλική ιδιαιτερότητα αποκλείεται να παραγάγει σχέση γονεϊκής δημιουργίας και ευθύνης. Η σύμβαση υπερισχύει και των σκοπιμοτήτων της φύσης κατοχυρώνοντας το άτομο, με τις ηδονικές επιλογές του, αποκλειστικά.
Θα θεωρούσα αυτονόητο, όσοι μετέχουν στο εκκλησιαστικό γεγονός να είναι ένθερμοι υποστηρικτές του πολιτικού γάμου αλλά και του συμφώνου ελεύθερης συμβίωσης. Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, από το 1896 κιόλας, ζητούσε να καθιερωθεί ο πολιτικός γάμος. Σήμερα, θα υποστήριζε, νομίζω, και το σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης. Ακριβώς για να είναι σαφής και θεσμοθετημένη η καισαρική διαφορά που χωρίζει τις συμβάσεις της οργανωμένης συλλογικότητας από τους όρους-όρια ζωής της εκκλησίας.
Οταν η εκκλησία μιλάει για «μυστήριο» αναφέρεται στην ανυπότακτη σε αντικειμενοποιήσεις υπαρκτική δυναμική «εγκεντρισμού» των αναγκαιοτήτων της φύσης στην ελευθερία της σχέσης: η ενστικτώδης, ορμέμφυτη ανάγκη εντάσσεται, ως άθλημα ελευθερία, στη σκόπευση της ζωής ως αγαπητικής κοινωνίας. Το μυστήριο της Ευχαριστίας, για παράδειγμα, θέλει να ελευθερώσει τη ζωτική ανάγκη της τροφής και του ποτού από τη φυσική αναγκαιότητα της ατομικής αυτοσυντήρησης να την αναδείξει σε ελευθερία αγαπητικής κοινωνίας της ζωής και της ύπαρξης. Αντίστοιχα, και το μυστήριο του Γάμου εντάσσει τη σεξουαλική σχέση και τη συμβίωση στη δυναμική του αθλήματος αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς που εικονίζεται στην ερωτική σχέση του Θεού με τον άνθρωπο («εις Χριστόν και εις την Εκκλησίαν», όπως λέει το τελετουργικό).
Οι Χριστιανοί που μετέχουν στο μυστήριο του ευχαριστιακού δείπνου δεν ζητάνε να ακυρωθεί κάθε άλλο δείπνο, κάθε άλλη λήψη τροφής. Και όσοι χριστιανοί μετέχουν στο μυστήριο του Γάμου δεν απαιτούν να θεωρείται μόνο ο δικός τους γάμος νόμιμος και κάθε άλλος γάμος «παλλακεία και πορνεία». Δυστυχώς, υπάρχουν και τραγικά αθεολόγητοι επίσκοποι, όπως και μικρονοϊκού ηθικισμού ζηλωτές, που θεωρούν τον εκκλησιαστικό γάμο σαν θρησκευτική νομιμοποίηση της «αμαρτωλής» καθεαυτήν σεξουαλικότητας. Γι’ αυτό και μάχονται να καταστήσουν υποχρεωτικό για όλους το ευτελισμένο θρησκευτικό φολκλόρ της φιέστας με το νυφικό και τα κουφέτα, το ρύζι και τον χαβαλέ.
Δεν θα ήταν αυθαίρετο να ισχυριστεί κανείς ότι η χρεοκοπία του θεσμού του γάμου σήμερα και η σαρωτική αύξηση των διαζυγίων οφείλονται, σε σημαντικό ποσοστό, στην αλλοτρίωση του εκκλησιαστικού Μυστηρίου του Γάμου: Ο ασκητικός χαρακτήρας του έρωτα, το άθλημα της αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς, δεν λειτουργεί σαν μέτρο και κριτήριο ποιοτικής αποτίμησης της σχέσης.
(16-3-2008)
Αναδημοσίευση από τις “Επιφυλλίδες” του Χρήστου Γιανναρά
http://giannaras.wordpress.com/2008/03/16/16_3_8/#more-194
Επίσης δείτε ένα πολύ καλό κείμενο που δημοσίευσε το Μανιτάρι του Βουνού.
χαρμολύπη
Για πολλούς, αν όχι για τους περισσότερους από τους ορθοδόξους χριστιανούς, η Μεγάλη Σαρακοστή αποτελείται από ένα περιορισμένο αριθμό από τυπικούς κανόνες και διατάξεις όπου κυρίως επικρατεί το αρνητικό στοιχείο, όπως είναι: αποχή από ορισμένα φαγητά, απαγόρευση της ψυχαγωγίας, του χορού και ίσως κάθε θεάματος… Οσ κοπός της μεγάλης Σαρακοστής δεν είναι να μας επιβάλλει πιεστικά μερικές τυπικές υποχρεώσεις, αλλά να “μαλακώσει” την καρδιά μας τόσο ώστε να μπορεί να ανοιχτεί στις πραγματικότητες του πνεύματος, ν΄ αποκτήσει την εμπειρία της κρυμμένης “πείνας και δίψας” για επικοινωνία με τον Θεό. Αυτή η “ατμόσφαιρα” της μεγάλης Σαρακοστής, αυτή η ανεπανάληπτη”κατάσταση του νου” δημιουργείται βασικά με τη λατρεία, με τις ποικίλες εναλλαγές που παρουσιάζονται στη λειτουργική ζωήαυτής της περιόδου…
Όταν κάποιος μπει στην Εκκλησία όσο διαρκούν οι ακολουθίες της Μ. Σαρακοστής, σχεδόν αμέσως θα καταλάβει μια κάπως αντιφατική έκφραση. Από τη μια μεριά, μια κάποια ήρεμη θλίψη διαποτίζει την ακολουθία: τα άμφια είναι σκούρα, οι ακολουθίες διαρκούν περισσότερο απ΄ ό,τι συνήθως και είναι πιο μονότονες, σχεδόν δεν υπάρχει κίνηση. Τα αναγνώσματα και οι ψαλμοί εναλλάσσονται, αλλά παρ΄ όαλ αυτά φαίνεται σα να μη “συμβαίνει” τίποτε. Σε τακτά διαστήματα ο ιερέας βγαίνει από το ιερό και λέει πάντοτε την ίδια σύντομη ευχή και όλο το εκκλησίασμα συνοδεύει κάθε αίτηση αυτής της προσευχής με μετάνοιες. Έτσι, για αρκετή ώρα στεκόμαστε σ΄ αυτή τη μονοτονία, σ΄ αυτή την ήρεμη θλίψη.
Αλλά ακτόπιν αρχίζουμε να νιώθουμε ότι ακριβώς αυτή η παράταση και η μονοτονία μας χρειάζεται αν θέλουμε να αποκτήσουμε εμπειρία από την κρυμμένη, και κατ΄ αρχήν απαρατήρητη, “επίδραση” της ακολουθίας. Σιγά σιγά αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε ή μάλλον να αισθανόμαστε ότι αυτή η θλίψη στην πραγματικότητα είναι “ευθυμία”, ότι μια μυστηριώδηε μεταμόρφωση πρόκειται να γίνει μέσα μας… Όλα όσα μας φαίνονται υπερβολικά σημαντικά ώστε να γεμίζουν το μυαλό μας, όλη αυτή η κατάσταση αγωνίας που μας έγινε ουσιαστικά δεύτερη φύση, εξαφανίζονται κι αρχίζουμε να νιώθουμε ελεύθεροι, ανάλαφροι, και ευτυχισμένοι… Έτσι, όσο βιώνουμε αυτή τη μυστηριώδη ελευθερία, όσο γινόμαστε “ανάλαφροι και ειρηνικοί”, η μονοτονία και η θλίψη των ακολουθιών αποκτούν μια καινούργια σημασία, μεταμορφώνονται. Μια εσωτερική ομορφιά τις φωτίζει σαν την πρωϊνή ηλιαχτίδα που, ενώ ακόμα στην κοιλάδα είναι σκοτάδι, στις βουνοκορφές αρχίζει να φωτίζει.
“ΧΑΡΜΟΛΥΠΗ” είναι: η θλίψη για την εξορία μου, για την καταστροφή που έχω κάνει στη ζωή μου, είναι η χαρά για την παρουσία του Θεού και τη συγγνώμη Του, η χαρά για την ξαναγεννημένη επιθυμία για τον Θεό, η ειρήνη από την επιστροφή στο σπίτι. Αυτή ακριβώς είναι η ατμόσφαιρα της λατρείας στην περίοδο της μεγάλης Σαρακοστής. Τέτοια είναι η πρώτη και γενική επίδρασή της στην ψυχή μου.
(Από το βιβλίο του μακαριστού π. Αλεξάνδρου Σμέμαν “Μεγάλη Σαρακοστή, πορεία προς το Πάσχα”, εκδ. Ακρίτας 1981)






