Μηνιαία Αρχεία:Ιανουαρίου 2012

το έτερό μου 3/4

Η τραγωδία του ανθρώπου αρχίζει, όταν εγκαταλείπει τα ιδιώματα του παιδιού, όταν λησμονεί ότι ήταν κι αυτός παιδί και με θλίψη υποτάσσεται στη μέριμνα για τη ζωή, τη φροντίδα να κυριαρχήσει, την ανάγκη να αναγνωρίζεται.
                                                                                         Αρχ. Αιμιλιανός Σιμωνοπετρίτης

Στην πρώτη του ατομική έκθεση ο ζωγράφος Κώστας Λάβδας μας προσκαλεί σε έναν περίπατο στις καθημερινές δύσκολες στιγμές ζευγαριών και μοναχικών ανθρώπων.
Άνθρωποι που πορεύονται μόνοι, ζευγάρια που ζουν σε ασφυκτικές ατμόσφαιρες εγωκεντρισμού, αποδοκιμασίας, απιστίας, απόρριψης ή που στην καλύτερη περίπτωση πλήττουν στη μονοτονία μιας μίζερης συμβίωσης.

Η χαρά απουσιάζει παντελώς. Ο έρωτας κι αυτός κάπου έχει κρυφτεί και περιγελά τα δύστυχα θύματά του.

Τα κάδρα του Κώστα Λάβδα μοιάζουν παράθυρα που έχεις την αίσθηση πως το βλέμμα σου παραβιάζει.
Άλλοτε ανοίγεις μια πόρτα αιφνίδια, κλέβοντας με αδιακρισία κάποιο αμήχανο βλέμμα πόνου.
Βαδίζοντας πιο πέρα βρίσκεσαι μπροστά σε ιδιόρρυθμα παραβάν. Εκεί δε χρειάζεται να γύρεις καν το κεφάλι σου για να δεις τι κρύβουν πίσω τους.
Τα φύλλα τους έχουν διακορευτεί από ζευγάρια ναρκίσσων που μέσα στην παγερή μοναξιά τους επιζητούν το θαυμασμό σου.

Ο τρόπος που ο ζωγράφος επιλέγει να εκφραστεί για όλα τα παραπάνω είναι η εικονογράφηση. Ξεκινά όπως ο ίδιος μας λέει από τη βυζαντινή παράδοση, μπολιάζοντάς τη με στοιχεία των anime και της street art.
Έτσι το δύσκολο ελαφραίνει κρατώντας το θεατή στην απόσταση του παιδιού που ξεφυλλίζει μια όχι και τόσο ευχάριστη ιστορία.
Τα ζεστά χρώματα στους προπλασμούς των προσώπων και οι χαρακτηριστικές γραμμές των βλεμμάτων υπαινίσσονται το πνευματικό πρόσωπο του ανθρώπου που όσο κι αν έχει τσαλακωθεί μέσα στα πάθη και τις αδυναμίες του είναι πάντα εκεί. Πίσω από τα θλιμμένα βλέμματα περιμένει μια αγαπητική κίνηση προς τον άλλο για να φωτίσουν τα σκοτάδια.

ΑΝΤΑ ΜΠΑΡΑΧΑΝΟΥ

Ο ζωγράφος και αγιογράφος Κώστας Λάβδας παρουσίασε την πρώτη του ατομική έκθεση με τίτλο “το έτερό μου 3/4″ στο Hoxton Bar από τις 7 ως τις 20 Δεκεμβρίου 2011.

οι Πατέρες και το Ευαγγέλιο

Συνεχίζεται ο κύκλος συναντήσεων διαλόγου και ανταλλαγής προβληματισμού για νέους που γίνονται κάθε Κυριακή απόγευμα και ώρα 19.00 μ.μ. στο ναό του αγίου Φιλίππου Θησείου. Ο θεματικός κύκλος αυτής της χρονιάς “πέρασμα στην παέναντι όχθη με οδηγό τον ευαγγελιστή Ιωάννη” προσπαθεί να δώσει απαντήσεις σε ερωτήματα και προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου μέσα από τον ευγγελικό λόγο.

Την Κυριακή 29 Ιανουαρίου θα μιλήσει η κ. Ζωή Πλιάκου – Νίκα (Θεολόγος) με θέμα “ΟΙ ΠΑΤΕΡΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ” και θα ακολουθήσει συζήτηση.

Πριν από τη συζήτηση αυτής της Κυριακής, στις 18.00 μ.μ. θα γίνει ο Εσπερινός των Τριών Ιεραρχών. Τη Δευτέρα 30 Ιανουαρίου και ώρα 07.15 – 10.00 π.μ. θα γίνει ο Όρθρος και η Θ. Λειτουργία για την εορτή των Τριών Ιεραρχών.

αγρυπνία Υπαπαντής

Στον Ιερό Ναό του αγίου Φιλίππου στο Θησείο θα τελεστεί Αγρυπνία για την εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου την Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου και ώρα 19.30 μ.μ. – 00.30 π.μ. Στο ναό μας φυλάσσεται η παλαιά, θαυματουργή εικόνα της Υπαπαντής του Κυρίου, από το ομώνυμο ναϋδριο το οποίο βρισκόταν μέσα στον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Αγοράς ως τις αρχές του 20ου αιώνα οπότε και κατεδαφίστηκε.

φως και νερό

«Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου», έλεγε κάποτε ο Βιτγκενστάιν και αυτό, για έναν πιστό, από τον Αβραάμ ως τον πιο απομονωμένο μοναχό μέσα στην έρημο θα έπρεπε να σημαίνει πως κάθε μιλιά, κάθε ανθρώπινη παρουσία και κάθε πολιτισμός που στεριώνεται πίσω από αυτή σημαίνει άλλον έναν τρόπο να θαυμάσει κανείς τη Δημιουργία του Θεού και να σταθεί απέναντί της. Ένα το θαύμα και άπειροι οι τρόποι να σταθείς απέναντί του. Γι’ αυτό κι αυτός ο φαινομενικά έρημος τόπος είναι ένα μικρό πρίσμα, ένα διαμαντάκι που πάνω του πέφτει εκτυφλωτικό το φως της ημέρας κι αντανακλά με τόσες διαφορετικές αποχρώσεις τη σταθερή του μεγαλοσύνη.

Σταμάτης Ι. Σταματόπουλος

ΦΩΣ & ΝΕΡΟ:

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΑΣ ΜΕΣΟΠΟΤΑΜΙΑΣ

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΙΧΟΥ 2012

ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΘΗΣΕΙΟΥ

τιμή: 10 ευρώ    παραγγελίες: stavrodromi@gmail.com

Δείτε την παρουσίαση του ημερολογίου μας κάτω από το μουσικό i-pod!

ο χρόνος…

Πόσαι αι ημέραι εισί του Σου δούλου, Κύριε;
Εν τω τόπω των μνημάτων, Κύριε,
μέμνημαι των εντολών Σου,
και των Σων εντολών η εργασία γέγονε ζωή η εμή.

κείμενο: Θανάσης Παυλάκης

φωτογραφία: Ισίδωρος Κουτσογιάννης (Μιλάνο, Ιταλία)

ψηλά καπέλα, γιορτινές αναμνήσεις…

Δεν ήξερα ποιο ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα, οι γιορτές ή οι φασαρίες γύρω από τις γιορτές. Όπως και να ήταν, οι μέρες έφερναν μέσα μου σωρό το πρόβλημα. Από εκείνες και από μένα, πιο πολύ γυρόφερναν ολόλαμπρες οι ευχές σ’ ένα μεγάλο κενό με ποτήρια και σαλόνια με πράσινες μοκέτες και σταχτοδοχεία πέτρινα και γυάλινα, σε ροζ αποχρώσεις.

Ντύθηκα, στολίστηκα, φόρεσα κι ένα ως το γόνατο φουστανάκι και είπα μέσα μου πως τώρα είναι η ώρα που μπορεί να μου συμβεί και μένα κάτι ευχάριστο. Κι εκείνο, το ευχάριστο, δεν ερχόταν, όπως και οι κουραμπιέδες που είχα παραγγείλει στο απέναντι από το βιβλιοπωλείο κατάστημα ζαχαροπλαστικής ευμάρειας. Εν τέλει πρόλαβα και το βιβλιοπωλείο και το δώρο δεν μπορούσε να είναι άλλο από Χένρυ Μίλερ  – κάτι έπαθα τελευταία με αυτόν τον τύπο. Λαχτάρησα όμως και τα μελομακάρονα και ξαναγύρισα στην απεχθή ζαχαροπλάστισσα που φορούσε τέσσερις φορές το γύρω του τραπεζομάντηλου να καλύψει τα εμφανή ίχνη των προεόρτιων μεζέδων. Δεν είχα πολύ χρόνο, αλλά αφού μου το πρόσφεραν δοκίμαζα αρειμανίως κάθε λιχουδιά από το μπουφέ τους. Κατέληξα, και τύλιξε μαζί με τα μελομακάρονα και κάτι τουλούμπες σιροπιαστές, που είχα καιρό να ασπαστώ.

Όταν έφτασα σπίτι ήμουν πτώμα, αλλά δεν το έβαλα κάτω. Έβγαλα το φουστανάκι με τα λουλούδια και έβαλα το δώρο του Μανώλη (τι κάνει ο Μανώλης, πού να είναι;), ένα φόρεμα μονόχρωμο μαύρο ως τους αστραγάλους, που τόνιζε κάθε μου καμπύλη – όσες είχαν απομείνει. Στολίστηκα εκ νέου, με όλα τα σχετικά αρώματα και παστώματα. Η νύχτα φόρεσε ένα βαρύ άρωμα και μου επιτέθηκε μόλις που πάτησα το πόδι μου στην άσφαλτο. Ήταν εκείνες οι μεγάλες λακκούβες εκεί, μπροστά – μπροστά στην είσοδο της σαραντάχρονης οικοίας μου, σκαμμένα κομμάτια, χωρίς καμία ευγένεια στο ψηλό τακούνι, που αναγκαστικά πρόβαρα ενόψει των εορτών. Κατέβηκα με δυσκολία στο κέντρο της πόλης. Αυτά τα στολίδια στις κολώνες και στα δέντρα έχουν γούστο, μα πιο πολύ θα ήθελα όλο το χρόνο να φωτίζουν τους δρόμους της. Για τις άλλες εποχές του χρόνου δεν είναι η ζωή γιορτή; Δεν ήξερα να μου απαντήσω και πήρα ένα γρήγορο τηλέφωνο στην κολλητή μου, αλλά κι εκείνη με τα ψηλοτάκουνα δεν είχε βρει χρόνο να σταθεί. Έμεινε σ’ ένα σκοτεινό καφέ να μιλάει μ’ έναν σκυθρωπό που της πουλούσε λουλούδια και χαμόγελα. Θα είχε φτάσει εννέα, όταν με πήρε εκείνος, και μέρες αγάπης που είναι, σκέφτηκα, να μην του κλείσω το τηλέφωνο κατάμουτρα όπως συνήθιζα από τα νεύρα μου. Του μίλησα με ευγένεια και έβαλα και λίγο σκέρτσο, έτσι να δούμε τι θα κάνει. Τσίμπησε και άρχισε τα γλυκόλογα. Του τα έκοψα όμως, χρονιάρες μέρες, ήθελα μόνο να ονειρεύομαι. Αλήθεια έχει τούτος ο χρόνος, χρόνο για όνειρα;

Όταν έφτασαν μεσάνυχτα, έπρεπε να χαρώ, διότι ρεβεγιόν, ρεβεγιόν φώναζαν όλοι, καλά Χριστούγεννα, καλή πρωτοχρονιά και τσούγκριζαν μ’ ένα σωρό χαμόγελα και αγκαλιές. Μα, μέσα μου χαρά δεν είχα. Κανένα χάδι τους δε μ’ άγγιξε, μόνο εκείνο το παιδάκι, που κάρφωνα στα μάτια με μανία, με τα λουλούδια στο χέρι και τις βρωμιές στα νύχια του. Οι στριγκλιές των «ευτυχισμένων» διασκεδαστών, μου είχαν τρυπήσει κάθε πόντο από τις μακριές κατάμαυρες αισθησιακές κάλτσες μου. Πού την έβρισκαν τέτοια χαρά; Τσούγκριζαν τα κρασιά τους, χόρευαν τα μαλλιά τους και στριφογύριζαν χασκογελώντας. Τρωγόμουν μέσα μου και άναβα από δυσχέρεια. Γιατί πρέπει κι εγώ να γελάω; Προτίμησα μόνο τα χαμόγελα και κάτι μουγκρίσματα με υπονοούμενα που μόνο εγώ τα κατάλαβα. Τα χείλη μου κατακόκκινα, το είχα προσέξει αυτό ιδιαίτερα, όπως και ο Γιώργος, άνοστος όπως οι λιχουδιές του γιορτινού δήθεν τραπεζιού. Μου είπε ένα σωρό αστεία που δεν γελούσα και ήταν χειρότερος και από τον σερβιτόρο που με γέμισε σφηνάκια και δήθεν τυχαία αγγίγματα. «Τι ευτυχία να ξυπνάς σ’ ένα τόσο χαμογελαστό πρόσωπο σαν το δικό σου», μου ψιθύρισε στο τρίτο ή τέταρτο σφηνάκι δώρο. Καμία αντίρρηση σκέφτηκα, αλλά πώς να του εξηγήσω πως το χαμόγελό μου δεν είναι από χαρά αλλά από λύπη. Τα σφηνάκια τα έδινα στο Γιώργο κι εκείνος χαιρόταν διότι νόμιζε πως κάτι σημαίνει αυτό μεταξύ μας. Πώς να του εξηγήσω πως όλες οι κινήσεις του μου έφερναν νύστα.

Το ευτυχισμένο γεγονός της βραδιάς, παρέμεινε η ίδια νύχτα, που είχε κι εκείνη φορέσει ένα κρύο τσουχτερό και βραχιόλια σύννεφα από σκοτάδι. Όταν βγήκα από την ευτυχία των σαλονάτων κουστουμιών ανάσανα, και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πως θα γυρίσω με τα ψηλά τακούνια σπίτι μου, τώρα που ήθελα να περπατήσω, μπας και ξεχλωμιάσω από τους καπνούς και τα τσιγάρα της παγωμένης ολονύχτιας αστειότητας. Ο ήλιος είχε χτυπήσει τα μηλίγγια μου και πιο πολύ με πείραζε πως έλαμπε μες το φως όλο το κακόγουστο ντύσιμο που διάλεξα από βραδύς. Και πάλι ήρθε το τέλος του χρόνου και πάλι μόνη μου ατενίζω το ερχομό του καινούργιου και πάλι δεν κατάλαβα τι θέλουν όλοι εκείνοι οι τύποι πρωί – πρωί στις εκκλησίες. Αλήθεια τι κάνουν εκεί μέσα πρωί – πρωί;

Είχε γυρίσει από βοές όλο μου το είναι, είχα ξεχάσει τι γιορτάζουμε αυτές τις μέρες, κοντοστάθηκα έξω στο προαύλιο μιας πεπαλαιωμένης χριστιανικής βασιλικής και ρώτησα έναν κύριο μεσήλικα να μου το πει. Μπορεί να γέλασε, αλλά μάλλον με λυπήθηκε και μου έδωσε ένα κομμάτι από ψωμί. Αντίδωρο, μου είπε. «Που το βρήκες;», τον ρώτησα και γέλασε. Εκείνος γέλασε κι εγώ έκλαψα, και το αντίδωρο μασούλησα και ένα κεράκι άναψα. Κι ανάσανα ακόμα περισσότερο στα ξεκούραστα πρόσωπα της χαριτωμένης οικογένειας που μου πρότεινε να κάτσω στο προαύλιο μαζί τους.

Έκατσα. Θυμήθηκα τη γιαγιά μου που με στόλιζε τέτοιες μέρες και με γέμιζε δώρα και κορδέλες και μελομακάρονα. Πήγαινε κάθε Κυριακή στην εκκλησία και μ’ έπαιρνε μαζί της, αλλά δεν καταλάβαινα γιατί έπρεπε να πηγαίνω. Μεγάλωσα και δεν ξαναπήγα. Στις μεγάλες γιορτές σαν κι αυτήν μου έβαζε τα καλά μου και μου έλεγε διάφορα για τον Χριστό. Ούτε κι αυτά τα καταλάβαινα. Να, τώρα άκουγα αυτήν την άγνωστη παρέα να λέει τα ίδια με τη γιαγιά μου. Δεν ήξερα γιατί, δεν ήθελα να φύγω. Γέλασα μαζί τους και τους ρώτησα αν μπορώ να τους βρω πάλι εδώ. Κάθε Κυριακή είπαν. Θα γίνω σαν τη γιαγιά μου, σκέφτηκα.

Έφυγα. Ξέχασα πού ήμουν το βράδυ. «Πού ήσουν, πως τα πέρασες;», άκουσα να μου σφυρίζει ο Μανώλης μου στο τηλέφωνο. Εκκλησία του είπα, ψιθυριστά. Γέλασε. «Γιατί γελάς;», του φώναξα. «Να, τώρα που θυμήθηκα τι είναι αυτές οι μέρες, μου λείπεις», του είπα. Έβγαλα τα ψηλοτάκουνα και βάλθηκα να περπατάω στην άσφαλτο ξυπόλητη. Ξάπλωσα σ’ ένα παγκάκι και ονειρεύτηκα. Να, από τότε πια, άρχισα πάλι να ονειρεύομαι.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΕΝΟΣ

ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ: ΒΑΣΩ ΓΩΓΟΥ