ψηλά καπέλα, γιορτινές αναμνήσεις…

Δεν ήξερα ποιο ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα, οι γιορτές ή οι φασαρίες γύρω από τις γιορτές. Όπως και να ήταν, οι μέρες έφερναν μέσα μου σωρό το πρόβλημα. Από εκείνες και από μένα, πιο πολύ γυρόφερναν ολόλαμπρες οι ευχές σ’ ένα μεγάλο κενό με ποτήρια και σαλόνια με πράσινες μοκέτες και σταχτοδοχεία πέτρινα και γυάλινα, σε ροζ αποχρώσεις.

Ντύθηκα, στολίστηκα, φόρεσα κι ένα ως το γόνατο φουστανάκι και είπα μέσα μου πως τώρα είναι η ώρα που μπορεί να μου συμβεί και μένα κάτι ευχάριστο. Κι εκείνο, το ευχάριστο, δεν ερχόταν, όπως και οι κουραμπιέδες που είχα παραγγείλει στο απέναντι από το βιβλιοπωλείο κατάστημα ζαχαροπλαστικής ευμάρειας. Εν τέλει πρόλαβα και το βιβλιοπωλείο και το δώρο δεν μπορούσε να είναι άλλο από Χένρυ Μίλερ  – κάτι έπαθα τελευταία με αυτόν τον τύπο. Λαχτάρησα όμως και τα μελομακάρονα και ξαναγύρισα στην απεχθή ζαχαροπλάστισσα που φορούσε τέσσερις φορές το γύρω του τραπεζομάντηλου να καλύψει τα εμφανή ίχνη των προεόρτιων μεζέδων. Δεν είχα πολύ χρόνο, αλλά αφού μου το πρόσφεραν δοκίμαζα αρειμανίως κάθε λιχουδιά από το μπουφέ τους. Κατέληξα, και τύλιξε μαζί με τα μελομακάρονα και κάτι τουλούμπες σιροπιαστές, που είχα καιρό να ασπαστώ.

Όταν έφτασα σπίτι ήμουν πτώμα, αλλά δεν το έβαλα κάτω. Έβγαλα το φουστανάκι με τα λουλούδια και έβαλα το δώρο του Μανώλη (τι κάνει ο Μανώλης, πού να είναι;), ένα φόρεμα μονόχρωμο μαύρο ως τους αστραγάλους, που τόνιζε κάθε μου καμπύλη – όσες είχαν απομείνει. Στολίστηκα εκ νέου, με όλα τα σχετικά αρώματα και παστώματα. Η νύχτα φόρεσε ένα βαρύ άρωμα και μου επιτέθηκε μόλις που πάτησα το πόδι μου στην άσφαλτο. Ήταν εκείνες οι μεγάλες λακκούβες εκεί, μπροστά – μπροστά στην είσοδο της σαραντάχρονης οικοίας μου, σκαμμένα κομμάτια, χωρίς καμία ευγένεια στο ψηλό τακούνι, που αναγκαστικά πρόβαρα ενόψει των εορτών. Κατέβηκα με δυσκολία στο κέντρο της πόλης. Αυτά τα στολίδια στις κολώνες και στα δέντρα έχουν γούστο, μα πιο πολύ θα ήθελα όλο το χρόνο να φωτίζουν τους δρόμους της. Για τις άλλες εποχές του χρόνου δεν είναι η ζωή γιορτή; Δεν ήξερα να μου απαντήσω και πήρα ένα γρήγορο τηλέφωνο στην κολλητή μου, αλλά κι εκείνη με τα ψηλοτάκουνα δεν είχε βρει χρόνο να σταθεί. Έμεινε σ’ ένα σκοτεινό καφέ να μιλάει μ’ έναν σκυθρωπό που της πουλούσε λουλούδια και χαμόγελα. Θα είχε φτάσει εννέα, όταν με πήρε εκείνος, και μέρες αγάπης που είναι, σκέφτηκα, να μην του κλείσω το τηλέφωνο κατάμουτρα όπως συνήθιζα από τα νεύρα μου. Του μίλησα με ευγένεια και έβαλα και λίγο σκέρτσο, έτσι να δούμε τι θα κάνει. Τσίμπησε και άρχισε τα γλυκόλογα. Του τα έκοψα όμως, χρονιάρες μέρες, ήθελα μόνο να ονειρεύομαι. Αλήθεια έχει τούτος ο χρόνος, χρόνο για όνειρα;

Όταν έφτασαν μεσάνυχτα, έπρεπε να χαρώ, διότι ρεβεγιόν, ρεβεγιόν φώναζαν όλοι, καλά Χριστούγεννα, καλή πρωτοχρονιά και τσούγκριζαν μ’ ένα σωρό χαμόγελα και αγκαλιές. Μα, μέσα μου χαρά δεν είχα. Κανένα χάδι τους δε μ’ άγγιξε, μόνο εκείνο το παιδάκι, που κάρφωνα στα μάτια με μανία, με τα λουλούδια στο χέρι και τις βρωμιές στα νύχια του. Οι στριγκλιές των «ευτυχισμένων» διασκεδαστών, μου είχαν τρυπήσει κάθε πόντο από τις μακριές κατάμαυρες αισθησιακές κάλτσες μου. Πού την έβρισκαν τέτοια χαρά; Τσούγκριζαν τα κρασιά τους, χόρευαν τα μαλλιά τους και στριφογύριζαν χασκογελώντας. Τρωγόμουν μέσα μου και άναβα από δυσχέρεια. Γιατί πρέπει κι εγώ να γελάω; Προτίμησα μόνο τα χαμόγελα και κάτι μουγκρίσματα με υπονοούμενα που μόνο εγώ τα κατάλαβα. Τα χείλη μου κατακόκκινα, το είχα προσέξει αυτό ιδιαίτερα, όπως και ο Γιώργος, άνοστος όπως οι λιχουδιές του γιορτινού δήθεν τραπεζιού. Μου είπε ένα σωρό αστεία που δεν γελούσα και ήταν χειρότερος και από τον σερβιτόρο που με γέμισε σφηνάκια και δήθεν τυχαία αγγίγματα. «Τι ευτυχία να ξυπνάς σ’ ένα τόσο χαμογελαστό πρόσωπο σαν το δικό σου», μου ψιθύρισε στο τρίτο ή τέταρτο σφηνάκι δώρο. Καμία αντίρρηση σκέφτηκα, αλλά πώς να του εξηγήσω πως το χαμόγελό μου δεν είναι από χαρά αλλά από λύπη. Τα σφηνάκια τα έδινα στο Γιώργο κι εκείνος χαιρόταν διότι νόμιζε πως κάτι σημαίνει αυτό μεταξύ μας. Πώς να του εξηγήσω πως όλες οι κινήσεις του μου έφερναν νύστα.

Το ευτυχισμένο γεγονός της βραδιάς, παρέμεινε η ίδια νύχτα, που είχε κι εκείνη φορέσει ένα κρύο τσουχτερό και βραχιόλια σύννεφα από σκοτάδι. Όταν βγήκα από την ευτυχία των σαλονάτων κουστουμιών ανάσανα, και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πως θα γυρίσω με τα ψηλά τακούνια σπίτι μου, τώρα που ήθελα να περπατήσω, μπας και ξεχλωμιάσω από τους καπνούς και τα τσιγάρα της παγωμένης ολονύχτιας αστειότητας. Ο ήλιος είχε χτυπήσει τα μηλίγγια μου και πιο πολύ με πείραζε πως έλαμπε μες το φως όλο το κακόγουστο ντύσιμο που διάλεξα από βραδύς. Και πάλι ήρθε το τέλος του χρόνου και πάλι μόνη μου ατενίζω το ερχομό του καινούργιου και πάλι δεν κατάλαβα τι θέλουν όλοι εκείνοι οι τύποι πρωί – πρωί στις εκκλησίες. Αλήθεια τι κάνουν εκεί μέσα πρωί – πρωί;

Είχε γυρίσει από βοές όλο μου το είναι, είχα ξεχάσει τι γιορτάζουμε αυτές τις μέρες, κοντοστάθηκα έξω στο προαύλιο μιας πεπαλαιωμένης χριστιανικής βασιλικής και ρώτησα έναν κύριο μεσήλικα να μου το πει. Μπορεί να γέλασε, αλλά μάλλον με λυπήθηκε και μου έδωσε ένα κομμάτι από ψωμί. Αντίδωρο, μου είπε. «Που το βρήκες;», τον ρώτησα και γέλασε. Εκείνος γέλασε κι εγώ έκλαψα, και το αντίδωρο μασούλησα και ένα κεράκι άναψα. Κι ανάσανα ακόμα περισσότερο στα ξεκούραστα πρόσωπα της χαριτωμένης οικογένειας που μου πρότεινε να κάτσω στο προαύλιο μαζί τους.

Έκατσα. Θυμήθηκα τη γιαγιά μου που με στόλιζε τέτοιες μέρες και με γέμιζε δώρα και κορδέλες και μελομακάρονα. Πήγαινε κάθε Κυριακή στην εκκλησία και μ’ έπαιρνε μαζί της, αλλά δεν καταλάβαινα γιατί έπρεπε να πηγαίνω. Μεγάλωσα και δεν ξαναπήγα. Στις μεγάλες γιορτές σαν κι αυτήν μου έβαζε τα καλά μου και μου έλεγε διάφορα για τον Χριστό. Ούτε κι αυτά τα καταλάβαινα. Να, τώρα άκουγα αυτήν την άγνωστη παρέα να λέει τα ίδια με τη γιαγιά μου. Δεν ήξερα γιατί, δεν ήθελα να φύγω. Γέλασα μαζί τους και τους ρώτησα αν μπορώ να τους βρω πάλι εδώ. Κάθε Κυριακή είπαν. Θα γίνω σαν τη γιαγιά μου, σκέφτηκα.

Έφυγα. Ξέχασα πού ήμουν το βράδυ. «Πού ήσουν, πως τα πέρασες;», άκουσα να μου σφυρίζει ο Μανώλης μου στο τηλέφωνο. Εκκλησία του είπα, ψιθυριστά. Γέλασε. «Γιατί γελάς;», του φώναξα. «Να, τώρα που θυμήθηκα τι είναι αυτές οι μέρες, μου λείπεις», του είπα. Έβγαλα τα ψηλοτάκουνα και βάλθηκα να περπατάω στην άσφαλτο ξυπόλητη. Ξάπλωσα σ’ ένα παγκάκι και ονειρεύτηκα. Να, από τότε πια, άρχισα πάλι να ονειρεύομαι.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΕΝΟΣ

ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ: ΒΑΣΩ ΓΩΓΟΥ

2 Responses to ψηλά καπέλα, γιορτινές αναμνήσεις…

  1. Γι’ αυτό το κείμενο ευχαριστώ πολύ.

  2. Φαντάζομαι πως σίγουρα θα υπάρχουν και άνθρωποι που πηγαίνουν στην εκκλησία αλλά θα λένε και πράγματα διαφορετικά απ’ τις γιαγιάδες μας…
    Κάθε εποχή και κάθε γενιά έχει το δικό της τρόπο, μάλλον, να πλησιάζει το θεό…

Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s