αγρυπνία Υπαπαντής

Στον Ιερό Ναό του αγίου Φιλίππου στο Θησείο θα τελεστεί Αγρυπνία για την εορτή της Υπαπαντής του Κυρίου την Τετάρτη 1 Φεβρουαρίου και ώρα 19.30 μ.μ. – 00.30 π.μ. Στο ναό μας φυλάσσεται η παλαιά, θαυματουργή εικόνα της Υπαπαντής του Κυρίου, από το ομώνυμο ναϋδριο το οποίο βρισκόταν μέσα στον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Αγοράς ως τις αρχές του 20ου αιώνα οπότε και κατεδαφίστηκε.

φως και νερό

«Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου», έλεγε κάποτε ο Βιτγκενστάιν και αυτό, για έναν πιστό, από τον Αβραάμ ως τον πιο απομονωμένο μοναχό μέσα στην έρημο θα έπρεπε να σημαίνει πως κάθε μιλιά, κάθε ανθρώπινη παρουσία και κάθε πολιτισμός που στεριώνεται πίσω από αυτή σημαίνει άλλον έναν τρόπο να θαυμάσει κανείς τη Δημιουργία του Θεού και να σταθεί απέναντί της. Ένα το θαύμα και άπειροι οι τρόποι να σταθείς απέναντί του. Γι’ αυτό κι αυτός ο φαινομενικά έρημος τόπος είναι ένα μικρό πρίσμα, ένα διαμαντάκι που πάνω του πέφτει εκτυφλωτικό το φως της ημέρας κι αντανακλά με τόσες διαφορετικές αποχρώσεις τη σταθερή του μεγαλοσύνη.

Σταμάτης Ι. Σταματόπουλος

ΦΩΣ & ΝΕΡΟ:

ΟΔΟΙΠΟΡΙΚΟ ΣΤΑ ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΤΗΣ ΚΑΠΠΑΔΟΚΙΑΣ ΚΑΙ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΑΣ ΜΕΣΟΠΟΤΑΜΙΑΣ

ΤΟ ΗΜΕΡΟΛΟΓΙΟ ΤΟΙΧΟΥ 2012

ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗΣΚΟΙΝΟΤΗΤΑΣ ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΙΠΠΟΥ ΘΗΣΕΙΟΥ

τιμή: 10 ευρώ    παραγγελίες: stavrodromi@gmail.com

Δείτε την παρουσίαση του ημερολογίου μας κάτω από το μουσικό i-pod!

ο χρόνος…

Πόσαι αι ημέραι εισί του Σου δούλου, Κύριε;
Εν τω τόπω των μνημάτων, Κύριε,
μέμνημαι των εντολών Σου,
και των Σων εντολών η εργασία γέγονε ζωή η εμή.

κείμενο: Θανάσης Παυλάκης

φωτογραφία: Ισίδωρος Κουτσογιάννης (Μιλάνο, Ιταλία)

ψηλά καπέλα, γιορτινές αναμνήσεις…

Δεν ήξερα ποιο ήταν το μεγαλύτερο πρόβλημα, οι γιορτές ή οι φασαρίες γύρω από τις γιορτές. Όπως και να ήταν, οι μέρες έφερναν μέσα μου σωρό το πρόβλημα. Από εκείνες και από μένα, πιο πολύ γυρόφερναν ολόλαμπρες οι ευχές σ’ ένα μεγάλο κενό με ποτήρια και σαλόνια με πράσινες μοκέτες και σταχτοδοχεία πέτρινα και γυάλινα, σε ροζ αποχρώσεις.

Ντύθηκα, στολίστηκα, φόρεσα κι ένα ως το γόνατο φουστανάκι και είπα μέσα μου πως τώρα είναι η ώρα που μπορεί να μου συμβεί και μένα κάτι ευχάριστο. Κι εκείνο, το ευχάριστο, δεν ερχόταν, όπως και οι κουραμπιέδες που είχα παραγγείλει στο απέναντι από το βιβλιοπωλείο κατάστημα ζαχαροπλαστικής ευμάρειας. Εν τέλει πρόλαβα και το βιβλιοπωλείο και το δώρο δεν μπορούσε να είναι άλλο από Χένρυ Μίλερ  – κάτι έπαθα τελευταία με αυτόν τον τύπο. Λαχτάρησα όμως και τα μελομακάρονα και ξαναγύρισα στην απεχθή ζαχαροπλάστισσα που φορούσε τέσσερις φορές το γύρω του τραπεζομάντηλου να καλύψει τα εμφανή ίχνη των προεόρτιων μεζέδων. Δεν είχα πολύ χρόνο, αλλά αφού μου το πρόσφεραν δοκίμαζα αρειμανίως κάθε λιχουδιά από το μπουφέ τους. Κατέληξα, και τύλιξε μαζί με τα μελομακάρονα και κάτι τουλούμπες σιροπιαστές, που είχα καιρό να ασπαστώ.

Όταν έφτασα σπίτι ήμουν πτώμα, αλλά δεν το έβαλα κάτω. Έβγαλα το φουστανάκι με τα λουλούδια και έβαλα το δώρο του Μανώλη (τι κάνει ο Μανώλης, πού να είναι;), ένα φόρεμα μονόχρωμο μαύρο ως τους αστραγάλους, που τόνιζε κάθε μου καμπύλη – όσες είχαν απομείνει. Στολίστηκα εκ νέου, με όλα τα σχετικά αρώματα και παστώματα. Η νύχτα φόρεσε ένα βαρύ άρωμα και μου επιτέθηκε μόλις που πάτησα το πόδι μου στην άσφαλτο. Ήταν εκείνες οι μεγάλες λακκούβες εκεί, μπροστά – μπροστά στην είσοδο της σαραντάχρονης οικοίας μου, σκαμμένα κομμάτια, χωρίς καμία ευγένεια στο ψηλό τακούνι, που αναγκαστικά πρόβαρα ενόψει των εορτών. Κατέβηκα με δυσκολία στο κέντρο της πόλης. Αυτά τα στολίδια στις κολώνες και στα δέντρα έχουν γούστο, μα πιο πολύ θα ήθελα όλο το χρόνο να φωτίζουν τους δρόμους της. Για τις άλλες εποχές του χρόνου δεν είναι η ζωή γιορτή; Δεν ήξερα να μου απαντήσω και πήρα ένα γρήγορο τηλέφωνο στην κολλητή μου, αλλά κι εκείνη με τα ψηλοτάκουνα δεν είχε βρει χρόνο να σταθεί. Έμεινε σ’ ένα σκοτεινό καφέ να μιλάει μ’ έναν σκυθρωπό που της πουλούσε λουλούδια και χαμόγελα. Θα είχε φτάσει εννέα, όταν με πήρε εκείνος, και μέρες αγάπης που είναι, σκέφτηκα, να μην του κλείσω το τηλέφωνο κατάμουτρα όπως συνήθιζα από τα νεύρα μου. Του μίλησα με ευγένεια και έβαλα και λίγο σκέρτσο, έτσι να δούμε τι θα κάνει. Τσίμπησε και άρχισε τα γλυκόλογα. Του τα έκοψα όμως, χρονιάρες μέρες, ήθελα μόνο να ονειρεύομαι. Αλήθεια έχει τούτος ο χρόνος, χρόνο για όνειρα;

Όταν έφτασαν μεσάνυχτα, έπρεπε να χαρώ, διότι ρεβεγιόν, ρεβεγιόν φώναζαν όλοι, καλά Χριστούγεννα, καλή πρωτοχρονιά και τσούγκριζαν μ’ ένα σωρό χαμόγελα και αγκαλιές. Μα, μέσα μου χαρά δεν είχα. Κανένα χάδι τους δε μ’ άγγιξε, μόνο εκείνο το παιδάκι, που κάρφωνα στα μάτια με μανία, με τα λουλούδια στο χέρι και τις βρωμιές στα νύχια του. Οι στριγκλιές των «ευτυχισμένων» διασκεδαστών, μου είχαν τρυπήσει κάθε πόντο από τις μακριές κατάμαυρες αισθησιακές κάλτσες μου. Πού την έβρισκαν τέτοια χαρά; Τσούγκριζαν τα κρασιά τους, χόρευαν τα μαλλιά τους και στριφογύριζαν χασκογελώντας. Τρωγόμουν μέσα μου και άναβα από δυσχέρεια. Γιατί πρέπει κι εγώ να γελάω; Προτίμησα μόνο τα χαμόγελα και κάτι μουγκρίσματα με υπονοούμενα που μόνο εγώ τα κατάλαβα. Τα χείλη μου κατακόκκινα, το είχα προσέξει αυτό ιδιαίτερα, όπως και ο Γιώργος, άνοστος όπως οι λιχουδιές του γιορτινού δήθεν τραπεζιού. Μου είπε ένα σωρό αστεία που δεν γελούσα και ήταν χειρότερος και από τον σερβιτόρο που με γέμισε σφηνάκια και δήθεν τυχαία αγγίγματα. «Τι ευτυχία να ξυπνάς σ’ ένα τόσο χαμογελαστό πρόσωπο σαν το δικό σου», μου ψιθύρισε στο τρίτο ή τέταρτο σφηνάκι δώρο. Καμία αντίρρηση σκέφτηκα, αλλά πώς να του εξηγήσω πως το χαμόγελό μου δεν είναι από χαρά αλλά από λύπη. Τα σφηνάκια τα έδινα στο Γιώργο κι εκείνος χαιρόταν διότι νόμιζε πως κάτι σημαίνει αυτό μεταξύ μας. Πώς να του εξηγήσω πως όλες οι κινήσεις του μου έφερναν νύστα.

Το ευτυχισμένο γεγονός της βραδιάς, παρέμεινε η ίδια νύχτα, που είχε κι εκείνη φορέσει ένα κρύο τσουχτερό και βραχιόλια σύννεφα από σκοτάδι. Όταν βγήκα από την ευτυχία των σαλονάτων κουστουμιών ανάσανα, και το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πως θα γυρίσω με τα ψηλά τακούνια σπίτι μου, τώρα που ήθελα να περπατήσω, μπας και ξεχλωμιάσω από τους καπνούς και τα τσιγάρα της παγωμένης ολονύχτιας αστειότητας. Ο ήλιος είχε χτυπήσει τα μηλίγγια μου και πιο πολύ με πείραζε πως έλαμπε μες το φως όλο το κακόγουστο ντύσιμο που διάλεξα από βραδύς. Και πάλι ήρθε το τέλος του χρόνου και πάλι μόνη μου ατενίζω το ερχομό του καινούργιου και πάλι δεν κατάλαβα τι θέλουν όλοι εκείνοι οι τύποι πρωί – πρωί στις εκκλησίες. Αλήθεια τι κάνουν εκεί μέσα πρωί – πρωί;

Είχε γυρίσει από βοές όλο μου το είναι, είχα ξεχάσει τι γιορτάζουμε αυτές τις μέρες, κοντοστάθηκα έξω στο προαύλιο μιας πεπαλαιωμένης χριστιανικής βασιλικής και ρώτησα έναν κύριο μεσήλικα να μου το πει. Μπορεί να γέλασε, αλλά μάλλον με λυπήθηκε και μου έδωσε ένα κομμάτι από ψωμί. Αντίδωρο, μου είπε. «Που το βρήκες;», τον ρώτησα και γέλασε. Εκείνος γέλασε κι εγώ έκλαψα, και το αντίδωρο μασούλησα και ένα κεράκι άναψα. Κι ανάσανα ακόμα περισσότερο στα ξεκούραστα πρόσωπα της χαριτωμένης οικογένειας που μου πρότεινε να κάτσω στο προαύλιο μαζί τους.

Έκατσα. Θυμήθηκα τη γιαγιά μου που με στόλιζε τέτοιες μέρες και με γέμιζε δώρα και κορδέλες και μελομακάρονα. Πήγαινε κάθε Κυριακή στην εκκλησία και μ’ έπαιρνε μαζί της, αλλά δεν καταλάβαινα γιατί έπρεπε να πηγαίνω. Μεγάλωσα και δεν ξαναπήγα. Στις μεγάλες γιορτές σαν κι αυτήν μου έβαζε τα καλά μου και μου έλεγε διάφορα για τον Χριστό. Ούτε κι αυτά τα καταλάβαινα. Να, τώρα άκουγα αυτήν την άγνωστη παρέα να λέει τα ίδια με τη γιαγιά μου. Δεν ήξερα γιατί, δεν ήθελα να φύγω. Γέλασα μαζί τους και τους ρώτησα αν μπορώ να τους βρω πάλι εδώ. Κάθε Κυριακή είπαν. Θα γίνω σαν τη γιαγιά μου, σκέφτηκα.

Έφυγα. Ξέχασα πού ήμουν το βράδυ. «Πού ήσουν, πως τα πέρασες;», άκουσα να μου σφυρίζει ο Μανώλης μου στο τηλέφωνο. Εκκλησία του είπα, ψιθυριστά. Γέλασε. «Γιατί γελάς;», του φώναξα. «Να, τώρα που θυμήθηκα τι είναι αυτές οι μέρες, μου λείπεις», του είπα. Έβγαλα τα ψηλοτάκουνα και βάλθηκα να περπατάω στην άσφαλτο ξυπόλητη. Ξάπλωσα σ’ ένα παγκάκι και ονειρεύτηκα. Να, από τότε πια, άρχισα πάλι να ονειρεύομαι.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΧΡΙΣΤΟΣ ΞΕΝΟΣ

ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ: ΒΑΣΩ ΓΩΓΟΥ

Χριστούγεννα των ρήξεων και της απελευθέρωσης

Πώς, άραγε, ο ίδιος ο Χριστός προσδιόρισε τη σάρκωσή του και την είσοδό του στην ανθρώπινη ιστορία; Το ευαγγέλιο του Λουκά μας πληροφορεί ότι ο Ιησούς ξεκίνησε τη δημόσια δράση του αναγγέλοντάς την ως αποστολή απελευθερωτική. Βρισκόταν στη συναγωγή της Ναζαρέτ και, όπως συνήθιζαν οι συναγμένοι Ιουδαίοι, διάβασε φωναχτά ένα απόσπασμα της Γραφής. Επρόκειτο για κείμενο του προφήτη Ησαΐα, το οποίο ο Λουκάς παραθέτει ως εξής:

“Το Πνεύμα του Κυρίου με κατέχει, γιατί ο Κύριος με έχρισε και μ’ έστειλε ν’ αναγγείλω το χαρμόσυνο μήνυμα στους φτωχούς, να θεραπεύσω τους τσακισμένους ψυχικά• στους αιχμαλώτους να κηρύξω λευτεριά και στους τυφλούς ότι θα βρουν το φως τους• να φέρω λευτεριά στους τσακισμένους, να αναγγείλω του καιρού τον ερχομό που ο Κύριος θα φέρει τη σωτηρία στο λαό του”  (1) .

Ευθύς μόλις ανέγνωσε το χωρίο, ο Ιησούς το συνέδεσε απερίφραστα με τον εαυτό του: “Σήμερα”, τους είπε, “βρίσκει την εκπλήρωσή της η προφητεία που μόλις ακούσατε”.

Καθαυτή η επιλογή του κειμένου είχε πολύ σημαντικά συμφραζόμενα. Μιλώντας για την ανατολή μιας εποχής απελευθέρωσης, παρέπεμπε σε έναν πολύτιμο και ριζοσπαστικό ιουδαϊκό θεσμό, το Ιωβηλαίο έτος. Κατ’ εντολή του Θεού, κάθε πενήντα χρὀνια η υποθηκευμένη για χρέη περιουσία επιστρεφόταν στους ιδιοκτήτες της και ελευθερώνονταν οι δούλοι (Λευιτ. 25: 8-34). Επρόκειτο, δηλαδή, για μια ασφαλιστική δικλείδα κατά της συσσώρευσης πλούτου, κατά της τοκογλυφικής οικονομίας, κατά της απανθρωπιάς, κατά της κοινωνικής αδικίας. Έτσι, ο Χριστός δηλώνει ότι αυτό που εγκαινιάζει είναι μια στάση ζωής προεχόντως αλληλεγγύης. Η σύνταξη με το μέρος των οδυνομένων γίνεται σημάδι ότι η Βασιλεία, ο νέος κόσμος του Θεού ξεμύτισε.

Στο σημείο αυτό, ωστόσο, υπάρχει άλλο ένα ζήτημα, εξαιρετικής σπουδαιότητας. Το κείμενο που παραθέτει ο Λουκάς, δεν είναι στην πραγματικότητα ατόφιο απόσπασμα του Ησαΐα, αλλά μια σύνθεση! Ολόκληρο είναι ειλημμένο από το το 61ο κεφάλαιο του προφητικού βιβλίου (στ. 1-2), πλην της φράσης “να φέρω λευτεριά στους τσακισμένους”. Αυτήν ο Λουκάς την πρόσθεσε στο απόσπασμα, προφανώς εμπνεόμενος από άλλο σημείο του Ησαΐα (τρία κεφάλαια παραπάνω), όπου διευκρινίζεται ποια είναι η αυθεντική νηστεία, η οποία και ευχαριστεί τον Θεό (2) . Η αυθεντική νηστεία, λέει εκεί ο Ησαΐας, δεν έγκειται στην τήρηση εξωτερικών λατρευτικών τύπων: “Μ’ αυτό τον τρόπο που προσεύχεστε, δεν πρόκειται να εισακουστεί η προσευχή σας. Η νηστεία, όπως εγώ τη θέλω [λέει ο Θεός δια γραφίδος Ησαΐα], δεν είναι να κακουχείστε για μια μέρα, και το κεφάλι κάτω να το σκύβετε, καθώς το βούρλο, με ρούχα πένθιμα να κάθεστε στη στάχτη”. Αντιθέτως, η αυθεντική νηστεία έγκειται σε δράση απελευθερωτική: “Να σπάτε των αδικημένων τα δεσμά, να λύνετε τα φορτία που τους βαραίνουν, τους καταπιεσμένους ν’ απελευθερώνετε και να συντρίβετε κάθε ζυγό” (58: 5-6). Με τη σύνθεση, λοιπόν, που πραγματοποίησε ο Λουκάς, υπογραμμίζεται ακόμη εντονότερα το απελευθερωτικό πρόταγμα.

Ο ιωβηλαίος θεσμός αφορούσε την πράξη. Όχι κάποιον ανιστορικό εσωτερισμό. Και η σάρκωση δεν αποτελεί χημεία (δηλαδή απλώς την ανάκραση δυο υλικών – της θείας και της ανθρώπινης ουσίας), αλλά το αντάμωμα του ζείδωρου Θεού με την ανθρώπινη πληρότητα, άρα και με την ευθύνη, και με την πράξη, και με τις σχέσεις. Η διακήρυξη του Χριστού (διακήρυξη που αντανακλάται σε πλήθος σημεία του ευαγγελίου του, όπως η συγκλονιστική αντίθεσή του προς τον Μαμωνά και τη μετατροπή του ναού σε χρηματιστήριο) προσκαλεί τους Χριστιανούς σε πράξη που αλλάζει τον κόσμο, που απελευθερώνει, που έρχεται σε ρήξη με τις δυνάμεις οι οποίες λεηλατούν την ανθρώπινη ζωή και αξιοπρέπεια. Από τη δεκαετία του 1970, η διακήρυξη αυτή έγινε αφετηριακό σημείο της θεολογίας της απελευθέρωσης (3) , η οποία όρισε ως ευαγγελικό καθήκον και ως αποστολή της  Εκκλησίας την καταπολέμηση των κοινωνικών δομών που παράγουν αδικία και εξαθλίωση. Ωστόσο, η οπτική αυτή έχει τα ριζώματα της στην ίδια την εκκλησιαστική παράδοση – άσχετα αν οι ίδιοι οι εκκλησιαστικοί άνθρωποι συχνά την θέτουν σε καταστολή ή αγανακτούν μόνον όταν θιγεί η ατομική τους ευμάρεια, κι όχι επειδή η πλουτοκρατία είναι ακραιφνής ειδωλολατρία και σε καλούς και σε κακούς καιρούς! Ήδη τον 14ον αιώνα ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς επικαλέστηκε ακριβώς το περί νηστείας και συντριβής των ζυγών χωρίο του Ησαΐα, για να συνηγορήσει υπέρ της πράξης εκείνης, η οποία  ταυτόχρονα αποτελεί κορυφαία πνευματική στάση. Και κατέληγε:

“Οι άρπαγες και οι άδικοι δεν θα αναστηθούν για να έρθουν πρόσωπο με πρόσωπο με τον Χριστό και να κριθούν, αλλά ευθύς για να καταδικαστούν [...], διότι και στην εδώ ζωή ποτέ δεν είχαν έρθει πραγματικά πρόσωπο με πρόσωπο με τον Χριστό [...]. Οι τεράστιες περιουσίες είναι στην πραγματικότητα κοινές, αφού προέρχονται από τα κοινά ταμεία της φύσης που έφτιαξε ο Θεός [...]. Κανείς δεν θα μπορέσει να αποφύγει την ποινή, αν δεν δεχτεί στη ζωή του τους φτωχούς”  (4).

Μήπως η χριστιανική συμμετοχή σε ένα παγκόσμιο κίνημα διαγραφής των καταχρηστικών και τοκογλυφικών χρεών δεν είναι τίποτα παραπάνω από απαίτηση του ίδιου του μυστηρίου της πίστης; Αποστολή των Χριστιανών (αν αυτοί αντέχουν το βάρος της ταυτότητάς τους) είναι να μαρτυρήσουν με λόγο και πράξη στον δημόσιο χώρο αυτό που ο σαρκωμένος Θεός τους το πρωτοανήγγειλε σε μια συναγωγή. Ο ίδιος τους ζήτησε ακροτελευτίως να γίνουν μάρτυρές του “ως τα πέρατα της γης” (Πράξ. 1:8).

Παραπομπές

(1) – Λουκ. 4: 18-19. Οι μεταφράσεις είναι από τις εκδόσεις Η Καινή Διαθήκη. Το πρωτότυπο κείμενο με μετάφραση στη δημοτική, και Η Παλαιά Διαθήκη. Μετάφραση από τα πρωτότυπα κείμενα, εκδ. Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας, Αθήνα 1989 και 1997 αντίστοιχα.

(2) – Βλ. Jacques Matthey, “Luke 4: 16-30. The Spirit’s mission manifesto: Jesus’ hereneutics and Luke’s editorial”, στο: Internalional Review of Miasion 352 (2000), σσ. 3-11.

(3) – Λ.χ. Gustavo Gutierrez, The God of Life, εκδ. Orbis Books, Maryknoll, New York 1991, σσ. 6-9.

(4) – Γρηγόριος Παλαμάς, PG 151, 161C-165B. Βλ. Θανάσης Ν. Παπαθανασίου, Κοινωνική δικαιοσύνη και Ορθόδοξη θεολογία, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 32006, σσ. 42-46.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΘΑΝΑΣΗΣ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Δρ. Θεολογίας, Νομικός
Καθηγητής στο Λύκειο Ζεφυρίου Δυτ. Αττικής

ΕΙΚΟΝΑ: ΒΑΣΩ ΓΩΓΟΥ

Χριστούγεννα στο θαύμα

Κάποια Χριστούγεννα στα τέλη του 20ου αιώνα, δεν την άντεξα άλλον την Αθήνα με την αβάσταχτη σαχλαμάρα της και έτρεξα προς το Όρος, τον Γέροντά μου τον πολυαγαπημένο και την Μονή της Μετανοίας μου, την Ι. Μ. Μεγίστης Λαύρας του αγίου Αθανασίου του Αθωνίτη – που θεμελιώθηκε το 964. Έφτασα κακήν κακώς στην Ουρανούπολη παραμονή Χριστουγέννων (για τους Αγιορείτες ήταν ακόμα 11 Δεκεμβρίου, παραμονή του αγίου Σπυρίδωνα!) και προσπάθησα να δω πως θα τα καταφέρω να επιβιβαστώ, μαζί με άλλους ξέμπαρκους στο καραβάκι που θα μας πήγαινε στην Δάφνη κατ αρχήν. Είχε Νοτιά και ο Νοτιάς επηρεάζει πολύ τη θάλασσα του Αγίου Όρους (ανάμεσα στο δεύτερο και το τρίτο πόδι). Όπως και νάχει τα καταφέραμε και φτάσαμε στη Δάφνη και το καραβάκι «Μικρά αγία Άννα» μας είπε πως θα προσπαθήσει να μας πάει και μέχρι την Λαύρα αλλά ότι αυτό θα ήταν πολύ δύσκολο – στην ανάγκη θα κατεβαίναμε εκεί που θα μπορούσε να φτάσει.


Έτσι βγήκα στη Νέα Σκήτη παραμονή Χριστουγέννων, στεναχωρημένος, εξαντλημένος, με χιόνι πολύ (είχα αγοράσει κάτι γαλότσες πλαστικές του 500άρικου από την Ουρανούπολη ευτυχώς) και, μόνος (γιατί οι άλλοι γύρισαν στην Δάφνη με τον καραβάκι) ξεκίνησα την ανηφόρα για την σκήτη όπου δεν είχα ξαναπάει. Δύσκολη ανηφόρα, χειμώνας, παγωνιά, η μέρα μικρή, λίγο μετά τις πέντε ήτανε νύχτα. Δεν ήξερα τι να κάνω, που να πάω – μόνο την ευχή έλεγα συνεχώς από μέσα μου κι’ έπαιρνα δύναμη. Κάποια στιγμή αποκαμωμένος ακούμπησα σε μια πεζούλα, ξεζαλώθηκα τα συμπράγκαλα που κουβαλούσα (τα χειμωνιάτικα είναι και πιο βαριά, το καλοκαίρι πάς δυό μπλουζάκια) και έμπηξα τα κλάματα.
Απέναντί μου ακριβώς ήτανε μια μικρή σκήτη, φτωχική, μ’ έναν δεύτερο όροφο και ένα μπαλκονάκι – ούτε που την είχα προσέξει. Ξαφνικά άκουσα το όνομά μου : «Ζαχαρία, τι έγινες, χάθηκες; Γιατί κλαίς μωρέ. Στο περιβόλι της Παναγίας είσαι, η πόρτα είναι ανοιχτή, έλα πάνω». Είμαι βαφτισμένος Ζαχαρίας, το «Άρης» είναι δική μου επινόηση – αλλά ως Άρη με ξέρανε όσοι με ξέρανε. Το παράξενο είναι πως δεν ταράχτηκα ούτε ένοιωσα πως κάτι «θαυμαστό» συνέβη. Μάζεψα τα πράγματά μου και ανέβηκα σ’ ένα μεγάλο δωμάτιο όπου η σόμπα έκαιγε και τρείς μοναχοί, μαζί και ο «δικός μου», κάνανε το εργόχειρό τους. Πολύ φτωχικό κελλάκι – ίσα τα απαραίτητα. «Βάλε μια μετάνοια στο Γέροντα», μου είπε ο φίλος μου. Ένα γεροντάκι, σχεδόν σαν λείψανο, ήταν ξαπλωμένο ακίνητο σ’ ένα σκληρό κρεβάτι, στενό και ξύλινο. Έσκυψα και του φίλησα το χέρι, γύρισε με κόπο και με κοίταξε μ’ ένα βαθύ, σαν ξεβαμμένο, γαλάζιο βλέμμα και, με όση δύναμη είχε μου χαμογέλασε.


Δεν με ρωτήσανε, δεν κουβεντιάσαμε, δεν συνέβη τίποτα. Ήμουν εκεί λες και εκεί ήταν το φυσικό να είμαι. Ο Ιωακείμ, έτσι τον λέγανε τον εξηντάρη περίπου μοναχό που με μάζεψε στο κελλάκι τους, με πήγε σε μια καμαρούλα τόση δά και μ΄έβαλε να κοιμηθώ – αφού με φιλέψανε με ότι είχανε (μια ζεστή νεροχορτόσουπα θυμάμαι που μου φάνηκε αμβροσία). Κατά τις 3 με 4 το πρωϊ με ξύπνησε. «Ελα να πάμε μαζί στα μνήματα ν’ ανάψουμε τα καντηλάκια». Τον ακολούθησα. Μαύρο σκοτάδι – ίχνος φόβου. Μια ησυχία μέσα μου που δεν την είχα ξανανιώσει. Ανάψαμε όλα τα καντηλάκια και επιστρέψαμε. «Να μη στεναχωριέσαι» μου είπε ο Ιωακείμ. Ο Χριστός αυτούς που αγαπάει παιδεύει».


Την άλλη μέρα, ανήμερα Χριστούγεννα στον κόσμο και του αγίου Σπυρίδωνα στο Όρος, ο Ιωακείμ με ξεπροβόδισε ως ο μονοπάτι για την Λαύρα. «Μην μπλέξεις με τα καραβάκια. Νέος είσαι, η μέρα μόλις ξημέρωσε, περπατώντας θα φτάσεις στο μοναστήρι σου».
Έφτασα την ώρα του Εσπερινού. Κι’ ένιωθα μεγάλη ευγνωμοσύνη για την Παναγία μας που πουθενά δεν μας αφήνει – και δεν μας θέλει ποτέ απελπισμένους. Δεν έχω ψάξει να σκεφτώ «πώς» και «γιατί» και όλα αυτά. Μου φτάνει πως το έζησα αυτό που σας περιέγραψα – και το νοιώθω πάντα σαν πολύ μεγάλη ευλογία…

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΑΡΗΣ ΔΑΒΑΡΑΚΗΣ

ΖΩΓΡΑΦΙΕΣ: ΒΑΣΩ ΓΩΓΟΥ

Φώτης Κόντογλου: παραμονή Χριστούγεννα

Κρύο τάντανο ἔκανε, παραμονὴ Χριστούγεννα. Ὁ ἀγέρας σὰ νά ῾τανε κρύα φωτιὰ κι ἔκαιγε. Μὰ ὁ κόσμος ἤτανε χαρούμενος, γεμάτος κέφι. Εἶχε βραδιάσει κι ἀνάψανε τὰ φανάρια μὲ τὸ πετρόλαδο. Τὰ μαγαζιὰ στὸ τσαρσὶ φεγγοβολούσανε, γεμάτα ἀπ᾿ ὅλα τὰ καλά. Ὁ κόσμος μπαινόβγαινε καὶ ψώνιζε· ἀπὸ τό ῾να τὸ μαγαζὶ ἔβγαινε, στ᾿ ἄλλο ἔμπαινε. Κι ὅλοι χαιρετιόντανε καὶ κουβεντιάζανε μὲ γέλια, μὲ χαρές.

Οἱ μεγάλοι καφενέδες ἤτανε γεμάτοι καπνὸ ἀπὸ τὸν κόσμο ποὺ φουμάριζε. Ὁ καφενὲς τ᾿ Ἀσημένιου εἶχε μεγάλη φασαρία, χαρούμενη φασαρία. Εἶχε μέσα δύο σόμπες, καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θαμπά, ἀπ᾿ ὄξω ἔβλεπες σὰν ἤσκιους τοὺς ἀνθρώπους. Οἱ μουστερῆδες εἴχανε βγαλμένες τὶς γοῦνες ἀπὸ τὴ ζέστη, κόσμος καλός, καλοπερασμένοι νοικοκυραῖοι.

Κάθε τόσο ἄνοιγε ἡ πόρτα καὶ μπαίνανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα. Ἄλλα μπαίνανε, ἄλλα βγαίνανε. Καὶ δὲν τὰ λέγανε μισὰ καὶ μισοκούτελα, μὰ τὰ λέγανε ἀπὸ τὴν ἀρχὴ ἴσαμε τὸ τέλος, μὲ φωνὲς ψαλτάδικες, ὄχι σὰν καὶ τώρα, ποὺ λένε μοναχὰ πέντε λόγια μπρούμυτα κι ἀνάσκελα, καὶ κεῖνα παράφωνα.

Ἀντίκρυ στὸν μεγάλον καφενὲ τ᾿ Ἀσημένιου ἤτανε κάτι φτωχομάγαζα, τσαρουχάδικα, ψαθάδικα καὶ τέτοια. Ἴσια-ἴσια ἀντίκρυ στὴ μεγάλη πόρτα τοῦ καφενὲ ἤτανε ἕνα μικρὸ καφενεδάκι, τὸ πιὸ φτωχικὸ σ᾿ ὅλη τὴν πολιτεία, μία ποντικότρυπα.

Ἐνῷ ὁ μεγάλος ὁ καφενὲς φεγγολογοῦσε καὶ τὰ τζάμια ἤτανε θολὰ ἀπὸ τὴ ζέστη, ἡ ποντικότρυπα ἤτανε σκοτεινή, γιατὶ ἡ λάμπα, μία λάμπα τσιμπλιασμένη, μία ἄναβε, μία ἔσβηνε, ὅπως ἔμπαινε ὁ χιονιᾶς ἀπὸ τὰ σπασμένα τζάμια τῆς πόρτας. Ἡ φιτιλήθρα ἤτανε στραβοβιδωμένη καὶ τσαλαπατημένη σὰν τὸ μοῦτρο τοῦ καφετζῆ, τοῦ μπαρμπα-Γιαννακοῦ τοῦ Χατζῆ, τὸ φιτίλι στραβοκομμένο, τὸ γυαλὶ σπασμένο ἀπὸ τό ῾να μάγουλο καὶ στὴν τρύπα εἴχανε κολλημένο ἕνα κομμάτι ταραμαδόχαρτο. Βάλε μὲ νοῦ σου τί φῶς ἔδινε μία τέτοια λάμπα! Κάτω τὰ σανίδια ἤτανε σάπια καὶ τρίζανε. Στὸν τοῖχο ἤτανε κρεμασμένα δύο-τρία παμπάλαια κάντρα, καπνισμένα σὰν ἀρχαῖα εἰκονίσματα: τό ῾να παρίστανε τὸν Μέγα Πέτρο μέσα σὲ μία βάρκα ποὺ τὴν ἔδερνε ἡ φουρτούνα, τ᾿ ἄλλο τὸν μάντη Τειρεσία ποὺ μιλοῦσε μὲ τὸν Ἀγαμέμνονα, τ᾿ ἄλλο τὸν Παναγῆ τὸν Κουταλιανὸ ποὺ πάλευε μὲ τὴν τίγρη.

Ἡ πελατεία ἤτανε συνέχεια μὲ τὸ καφενεῖο. Ὅλοι-ὅλοι ἤτανε πέντ᾿ – ἕξι γέροι σκεβρωμένοι, σαράβαλα, μὲ κάτι τρύπιες γοῦνες ποὺ δὲν τὶς ἔπιανε ἀγκίστρι. Δύο-τρεῖς ἤτανε γιαλικάρηδες, δηλαδὴ εἴχανε καμιὰ σάπια βάρκα καὶ βγάζανε θαλασσινὰ γιὰ μεζέδες, ποὺ τὰ λέγανε γιαλικά, γιατὶ βρίσκουνται στὸ γιαλό, δηλαδὴ στὰ ρηχὰ νερά. Οἱ ἄλλοι ἤτανε φρουκαλάδες, δηλαδὴ κάνανε φρουκαλιές. «Ἤτανε καὶ κανένας νεροκουβαλητὴς καὶ κανένας καρβουνιάρης. Νά, αὐτὴ ἤτανε ἡ πελατεία.

Ὁ βοριᾶς ἔμπαινε μέσα μὲ τὴν τρούμπα, καὶ στριφογύριζε τὴ λάμπα ποὺ κρεμότανε ἀπὸ τὸ μαυρισμένο ταβάνι, κι ἀναβόσβηνε. Ἀπὸ τὸ κρύο τρέμανε οἱ γέροι καὶ χουχουλίζανε τὰ χέρια τους, τὰ βάζανε κι ἀπὸ πάνω ἀπὸ τὸ τσιγάρο, τάχα γιὰ νὰ ζεσταθοῦνε.

Ὁ φουκαρὰς ὁ καφετζής, γιὰ νὰ μὴν παγώσει, ἔκανε σουλάτσο, πηγαινοερχότανε ἀπὸ τὸ τεζάκι ἴσαμε τὴν πόρτα, μὲ τὴν παλιογούνα ριχμένη ἀπὸ πάνω του καί, γιὰ νὰ δώσει κουράγιο στὴν πελατεία, ἐκεῖ ποὺ σουλατσάριζε, τὸν ἐπίανε τὸ σύγκρυο καὶ χτυπούσανε τὰ κατωσάγονά του, κι ἕσφιγγε ἀπάνω του τὴν παλιοπατατούκα του κι ἔλεγε:

— Ἐεεέχ! Μωρὲ ζεστὸ ποὺ εἶναι τὸ καφενεδάκι μας!…

Ὕστερα γύριζε κι ἔδειχνε τὸν μεγάλον καφενέ, ποὺ καπνίζανε κάργα οἱ σόμπες, κι ἔλεγε:

— Ἀντίκρυ, σκυλὶ ψοφᾶ ἀπὸ τὸ κρύο…, σκυλὶ ψοφᾶ!

Ὁ καημένος ὁ μπαρμπα-Χατζῆς!

Ἀπ᾿ ὄξω περνοῦσε κόσμος βιαστικός, μὲ γέλια καὶ μὲ χαρές. Ἀπὸ ῾δῶ κι ἀπὸ ῾κεῖ ἀκουγόντανε τὰ παιδιὰ ποὺ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ μαγαζιά.

Ἡ ὥρα περνοῦσε κι ἀνάριευε σιγὰ-σιγὰ ὁ κόσμος. Τὰ μαγαζιὰ σφαλοῦσαν ἕνα-ἕνα. Μοναχὰ μέσα στὰ μπαρμπεριὰ ξουριζόντανε ἀκόμα κάτι λίγοι.

Στὸ τσαρσὶ λιγόστευε ἡ φασαρία, μὰ στοὺς μαχαλάδες γυρίζανε τὰ παιδιὰ μὲ τὰ φανάρια καὶ λέγανε τὰ κάλαντα στὰ σπίτια. Οἱ πόρτες ἤτανε ἀνοιχτές, οἱ νοικοκυραῖοι, οἱ νοικοκυρᾶδες καὶ τὰ παιδιά τους, ὅλοι ἤτανε χαρούμενοι, κι ὑποδεχόντανε τοὺς ψαλτάδες, καὶ κεῖνοι ἀρχίζανε καλόφωνοι σὰν χοτζᾶδες:

Καλὴν ἑσπέραν, Ἄρχοντες, ἂν εἶναι ὁρισμός σας,
Χριστοῦ τὴν θείαν γέννησιν νὰ πῶ στ᾿ ἀρχοντικό σας.

Χριστὸς γεννᾶται σήμερον ἐν Βηθλεὲμ τῇ πόλει,
οἱ οὐρανοὶ ἀγάλλονται, χαίρει ἡ κτίσις ὅλη…

Κι ἀφοῦ ξιστορούσανε ὅσα λέγει τὸ Εὐαγγέλιο, τὸν Ἰωσήφ, τοὺς ἀγγέλους, τοὺς τσομπάνηδες, τοὺς μάγους, τὸν Ἡρώδη, τὸ σφάξιμο τῶν νηπίων καὶ τὴν Ῥαχὴλ ποὺ ἔκλαιγε τὰ τέκνα της, ὕστερα τελειώνανε μὲ τοῦτα τὰ λόγια:

Ἰδοὺ ὁποὺ σᾶς εἴπαμεν ὅλην τὴν ἱστορίαν,
τοῦ Ἰησοῦ μας τοῦ Χριστοῦ γέννησιν τὴν ἁγίαν.

Καὶ σᾶς καλονυκτίζομεν, πέσετε κοιμηθεῖτε,
ὀλίγον ὕπνον πάρετε καὶ πάλιν σηκωθεῖτε.

Καὶ βάλετε τὰ ροῦχα σας, εὔμορφα ἐνδυθεῖτε,
στὴν ἐκκλησίαν τρέξατε, μὲ προθυμίαν μπεῖτε.

Ν᾿ ἀκούσετε μὲ προσοχὴν ὅλην τὴν ὑμνωδίαν
καὶ μὲ πολλὴν εὐλάβειαν τὴν θείαν λειτουργίαν.

Καὶ πάλιν σὰν γυρίσετε εἰς τὸ ἀρχοντικόν σας,
εὐθὺς τραπέζι στρώσετε, βάλτε τὸ φαγητόν σας.

Καὶ τὸν σταυρόν σας κάμετε, γευθεῖτε, εὐφρανθεῖτε,
δότε καὶ κανενὸς πτωχοῦ, ὅστις νὰ ὑστερεῖται.

Δότε κι ἐμᾶς τὸν κόπον μας, ὅ,τ᾿ εἶναι ὁρισμός σας,
καὶ ὁ Χριστός μας πάντοτε νὰ εἶναι βοηθός σας.

Καὶ εἰς ἔτη πολλά.

Νπαίνανε στὸ σπίτι μὲ χαρά, βγαίνανε μὲ πιὸ μεγάλη χαρά. Παίρνανε ἀρχοντικὰ φιλοδωρήματα ἀπὸ τὸν κουβαρντᾶ τὸν νοικοκύρη, κι ἀπὸ τὴ νοικοκυρὰ λογιῶ-λογιῶν γλυκά, ποὺ δὲν τὰ τρώγανε, γιατὶ ἀκόμα δὲν εἶχε γίνει ἡ Λειτουργία, ἀλλὰ τὰ μαζεύανε μέσα σὲ μία καλαθιέρα.

Ἀβραμιαῖα πράγματα! Τώρα στεγνώσανε οἱ ἄνθρωποι καὶ γινήκανε σὰν ξερίχια ἀπὸ τὸν πολιτισμό! Πᾶνε τὰ καλὰ χρόνια!

Ὅλα γινόντανε ὅπως τά ῾λεγε τὸ τραγούδι: Πέφτανε στὰ ζεστά τους καὶ παίρνανε ἕναν ὕπνο, ὥσπου ἀρχίζανε καὶ χτυπούσανε οἱ καμπάνες ἀπὸ τὶς δώδεκα ἐκκλησιὲς τῆς χώρας. Τί γλυκόφωνες καμπάνες! Ὄχι σὰν τὶς κρύες τὶς εὐρωπαϊκές, ποὺ θαρρεῖς πὼς εἶναι ντενεκεδένιες! Στολιζόντανε ὅλοι, βάζανε τὰ καλά τους, καὶ πηγαίνανε στὴν ἐκκλησιά.

Σὰν τελείωνε ἡ Λειτουργία, γυρίζανε στὰ σπίτια τους. Οἱ δρόμοι ἀντιλαλούσανε ἀπὸ χαρούμενες φωνές. Οἱ πόρτες τῶν σπιτιῶν ἤτανε ἀνοιχτὲς καὶ φεγγοβολούσανε. Τὰ τραπέζια περιμένανε στρωμένα μ᾿ ἄσπρα τραπεζομάντηλα, κι εἴχανε πάνω ὅτι βάλει ὁ νοῦς σου. Φτωχοὶ καὶ πλούσιοι τρώγανε πλουσιοπάροχα, γιατί οἱ ἀρχόντοι στέλνανε ἀπ᾿ ὅλα στοὺς φτωχούς. Κι ἀντὶς νὰ τραγουδήσουνε στὰ τραπέζια, ψέλνανε τὸ Χριστὸς γεννᾶται, δοξάσατε, Ἡ Παρθένος σήμερον τὸν ὑπερούσιον τίκτει, Μυστήριον ξένον ὁρῶ καὶ παράδοξον. Ἀφοῦ εὐφραινόντανε ἀπ᾿ ὅλα, πλαγιάζανε «ξέγνοιαστοι, σὰν τ᾿ ἀρνιὰ ποὺ κοιμόντανε κοντὰ στὸ παχνί, τότες ποὺ γεννήθηκε ὁ Χριστός, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας.

Τώρα ἂς πᾶμε τὴν ἴδια βραδιὰ στὴν ἀντικρινὴ στεριά, ποὺ τρεμοσβήνουνε ἕνα-δύο μικρὰ φωτάκια, πέρα ἀπὸ τὸ πέλαγο ποὺ βογγᾶ ἀπὸ τὸν ἄγριο τὸν χιονιᾶ.

Εἶναι ἕνα μαντρὶ πίσω ἀπὸ μία ραχούλα κοντὰ στὴ θάλασσα, φυτρωμένη ἀπὸ πουρνάρια. Αὐτὸ τὸ μαντρὶ εἶναι τοῦ Γιάννη τοῦ Βλογημένου. Τὰ πρόβατα εἶναι σταλιασμένα κάτω ἀπὸ τὴ σαγιὰ καὶ ἀκούγουνται τὰ κουδούνια, τὶν-τίν, ὅπως ἀναχαράζουνε. Ἐπειδὴ γεννᾶνε, οἱ τσομπαναραῖοι παρὰ-φυλάγουνε καί, μόλις γεννηθεῖ κανένα ἀρνί, τ᾿ ἁρπᾶνε καὶ τὸ μπάζουνε στὸ καλύβι καὶ τὸ ζεσταίνουνε στὴ φωτιὰ νὰ μὴν παγώσει. Ἀπ᾿ ὄξω φωνάζουνε οἱ μαννάδες. Ἡ φωτιὰ ξελοχίζει καὶ τὸ καλύβι εἶναι σὰν χαμάμι.

Ἐκεῖ-μέσα βρίσκουνται ἓξ᾿-ἑφτὰ νοματέοι, καθισμένοι γύρω ἀπὸ τὸν σοφρᾶ. Πρῶτος εἶναι ὁ ἀρχιτσέλιγκας Γιάννης ὁ Βλογημένος, πού, ἅμα τὸν δεις, θαρρεῖς πῶς βρίσκεσαι ἀληθινὰ στὸ μαντρὶ ποῦ γεννήθηκε ὁ Χριστός. Εἶναι ἀρχαῖος ἄνθρωπος, ἀθῶος, μὲ γένια μαῦρα, σὰν ἅγιος. Τὰ ροῦχα ποὺ φορᾶ εἶναι βρακιὰ ἀνατολίτικα, στὰ ποδάρια του ἔχει τυλιγμένα πετσιὰ δεμένα μὲ λαγάρες, στὸ σελάχι του ἔχει ἤσκα καὶ τσακμάκι. Κι οἱ ἄλλοι τσομπάνηδες εἶναι σὰν τὸν Γιάννη, μονάχα ποὺ ὁ Γιάννης κάθεται μὲ τὸ πουκάμισο, ἐνῶ οἱ ἄλλοι, ἐπειδὴ βγαίνουνε ὄξω γιὰ νὰ κοιτάζουνε τὰ νιογέννητα, φορᾶνε προβιὲς προβατίσιες μὲ τὸ μαλλὶ γυρισμένο ἀπὸ μέσα.

Αὐτοὶ ποὺ κάθουνται στὸν σοφρᾶ εἶναι μουσαφιραῖοι. Ὁ ἕνας εἶναι ὁ Παναγῆς ὁ Στριγκάρος, κοντραμπατζῆς ξακουσμένος γιὰ τὴν παλικαριά του. Εἶχε πάγει γιὰ κυνήγι καὶ νυχτώθηκε στὸ μαντρί. Μὲ τὸν Γιάννη γνωριζόντανε ἀπὸ χρόνια, κι εἶχε κοιμηθεῖ πολλὲς φορὲς στὴ στάνη. Οἱ ἄλλοι τρεῖς ἤτανε καρβουνιάρηδες, ποὺ κάνανε κάρβουνα ἐκεῖ-κοντά. Οἱ ἄλλοι δύο ἤτανε ψαρᾶδες, ὁ γερο-Ψύλλος μὲ τὸ γιό του τὸν Κωσταντῆ.

Καθόντανε λοιπὸν γύρω στὸ σοφρᾶ καὶ τρώγανε. Ἀπάνω στὸ τραπέζι ἤτανε κρέατα, μυτζῆθρες ἀνάλατες, μανούρια, ἁγίζια, ψάρια, μπεκάτσες ψητές, τσίχλες, κι ἄλλα πουλιὰ τοῦ κυνηγιοῦ.

Ὁ ἕνας ὁ καρβουνιάρης ἤτανε ἀπὸ τὰ μπουγάζια τῆς Πόλης, ἀπὸ τὴ Μάδυτο, κι ἤξερε κι ἔψελνε καλά, εἶχε καὶ φωνὴ γλυκιὰ καὶ βαριά, τζουράδικη. Ἔψαλε τὸ Μεγάλυνον, ψυχή μου, μὲ τέτοιο μεράκι, ποὺ κλάψανε οἱ ἄλλοι ποὺ τὸν ἀκούγανε, κι ὁ Γιάννης ὁ Βλογημένος. Τὸ καλύβι γίνηκε σὰν ἐκκλησιά, ἔλεγες πὼς ἐκεῖ μέσα γεννήθηκε ὁ Χριστός.

Ἀπ᾿ ἔξω ὁ χιονιᾶς μούγκριζε καὶ τσάκιζε τὰ ρουπάκια. Ὁ γερο-Στριγκάρος καθότανε στὰ σκοτεινὰ συλλογισμένος καὶ μασοῦσε τὸ μουστάκι του. Φοροῦσε μία κατσούλα ἀπὸ ἀστραχάν, μ᾿ ὅλο ποὺ ἔκανε ζέστη, κι εἶχε χωμένη τὴν ἀπαλάμη τοῦ κάθε χεριοῦ του μέσα στ᾿ ἀνοιχτὸ μανίκι τ᾿ ἀλλουνοῦ χεριοῦ.

Γιὰ μία στιγμὴ σωπάσανε νὰ κουβεντιάζουνε. Ὁ Στριγκάρος, σκυφτός, κοίταζε τὸ χῶμα. Κούνησε κάμποσο τὸ κεφάλι του, κι ἄνοιξε τὸ στόμα του κι εἶπε:

Βρὲ παιδιά, καλὰ ἐσεῖς, γιορτάζετε τὴ χάρη Του, εἴσαστε καλοὶ ἄνθρωποι. Ἂμ ἐγώ, τί ψυχὴ θὰ παραδώσω, ποὺ σκότωσα καμιὰ κοσαριὰ ἀνθρώπους; Ἀκόμα καὶ γυναῖκες ξεκοίλιασα, καὶ μωρὰ πράματα χάλασα!

Κανένας δὲ μίλησε. Ὕστερ᾿ ἀπὸ ὥρα, σὰν νά ῾τανε μοναχός, ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι ἀναστέναξε κι εἶπε:

«Ἄραγες ὑπάρχει Κόλαση καὶ Παράδεισο;…

Καὶ δάγκασε τὸ μουστάκι του. Ξανακούνησε τὸ κεφάλι του κι εἶπε μέσα στὸ στόμα του, σὰ νὰ μιλοῦσε μὲ τὸν ἑαυτό του:

Δὲν μπορεῖ! Κάτιτις θὰ ὑπάρχει…

Καὶ δὲν ξαναμίλησε.

από τι ζουν οι άνθρωποι

“… Έχω καταλάβει τώρα ότι, παρόλο που οι άνθρωποι πιστεύουν ότι ζουν επειδή φροντίζουν τους εαυτούς τους, στην πραγματικότητα η αγάπη είναι εκείνη που τους κάνει να ζουν. Εκείνος ο οποίος έχει την αγάπη βρίσκεται εντός του Θεού και ο Θεός εντός αυτού, επειδή ο Θεός είναι αγάπη…”
(Λ. Τολστόϊ “Από τι ζουν οι άνθρωποι”, μετάφραση Γρηγόρης Κονδύλης, εκδόσεις Μαϊστρος, Αθήνα)

Η εκκλησιαστική κοινότητα του αγ. Φιλίππου, στην προσπάθειά της να ανταποκριθεί στις πολύ σοβαρές ποιμαντικές, και όχι μόνο, ανάγκες του καιρού μας διοργανώνει μια ξεχωριστή Χριστουγεννιάτικη Βραδιά:

ΤΕΤΑΡΤΗ 4 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ, 18.00 – 20.30 μ.μ.

ΠΟΛΙΤΙΣΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΑΘΗΝΩΝ
(Κτίριο Κωστή Παλαμά)
οδ. Ακαδημίας 48 & Σίνα

Προσφέρθηκαν ευγενικά και συμμετέχουν:

οι ηθοποιοί
Αριέττα Μουτούση
Αμαλία Μουτούση
Όλια Λαζαρίδου
οι οποίες θα διαβάσουν
το διήγημα του Λέοντος Τολστόϊ “Από τι ζουν οι άνθρωποι”

και ο σολίστ Χρήστος Μακρόπουλος
ο οποίος θα ερμηνεύσει στο πιάνο τα κομμάτια
Bach: Concerto after Marcello
Brahms: Intermezzo op. 117 no. 1

ΤΙΜΗ ΠΡΟΣΚΛΗΣΗΣ: 20 ευρώ

Για περισσότερες πληροφορίες και αγορά προσκλήσεων, επικοινωνείστε στο τηλέφωνο 6932338491 (υπεύθυνη: Νίκη Δούση).

ΠΡΟΣΟΧΗ:
Ο αριθμός των προσκλήσεων είναι περιορισμένος και θα τηρηθεί αυστηρή σειρά προτεραιότητας.

Σχετικοί σύνδεσμοι:
http://kapodistriako.uoa.gr/stories/058_th_01/index.php?m=2
http://www.maistros.info/shop/index.php?productID=195
http://musicaljournal.blogspot.com/

Το σχέδιο “άγγελος” που κοσμεί την πρόσκληση της εκδήλωσης φιλοτέχνησε η ζωγράφος Βάσω Γώγου.

αναζητώντας τρόπους να εκφραστούμε για το Ευαγγέλιο

Συνεχίζεται ο κύκλος συναντήσεων διαλόγου και ανταλλαγής προβληματισμού για νέους που γίνονται κάθε Κυριακή απόγευμα και ώρα 19.00 μ.μ. στο Ναό Αγ. Φιλίππου Θησείου με κεντρικό θεματικό άξονα «πέρασμα στην απέναντι όχθη με οδηγό τον ευαγγελιστή Ιωάννη». Ο κύκλος των θεμάτων αυτής της χρονιάς θέλει να δώσει απαντήσεις σε προβλήματα και ερωτήματα του σύγχρονου ανθρώπου μέσα από τον ευαγγελικό λόγο.

Την Κυριακή 18 Δεκεμβρίου και ώρα 19.00 μ.μ. προσκεκλημένοι είναι ο κ. Απόστολος Μπάρλος (Θεολόγος, Διευθυντής Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας Λάρισας) και η κ. Βάσω Γώγου (Θεολόγος, φιλόλογος, ζωγράφος, αγιογράφος), οι οποίοι μέσα από μία πολύ πρωτότυπη και ευχάριστη βιωματική δραστηριότητα θα μας βοηθήσουν να αναζητήσουμε όλοι μαζί τρόπους να εκφραστούμε για το Ευαγγέλιο.

Παρακαλούμε θερμά να έχετε μαζί σας 4 – 5 διαφορετικά μεταξύ τους έντυπα (ένα θρησκευτικό έντυπο – αν έχετε -, περιοδικά ποικίλης ύλης, εφημερίδα, κόμικ, ταξιδιωτικά περιοδικά, ελληνικά και ξένα, ακόμη ίσως και κάποιο μικρό δικό σας κείμενο, ποιητικό ή όχι, αρκεί να είναι τυπωμένο). Είναι ΑΠΑΡΑΙΤΗΤΑ για τη δραστηριότητα που θα κάνουμε.

Σας περιμένουμε με χαρά!

φωτογραφίες

Stephen Harland: το Κατά Λουκάν Ευαγγέλιο

Απόστολος Μπάρλος – Βασω Γώγου (του Στέλιου Παναγόπουλου)

γιατί (δεν) διαβάζουμε την αγία Γραφή;

Την Κυριακή 11 Δεκεμβρίου αρχίζει ο νέος κύκλος συναντήσεων διαλόγου και ανταλλαγής προβληματισμού για νέους που γίνονται κάθε Κυριακή απόγευμα και ώρα 19.00 μ.μ. στο Ναό Αγ. Φιλίππου Θησείου με κεντρικό θεματικό άξονα «πέρασμα στην απέναντι όχθη με οδηγό τον ευαγγελιστή Ιωάννη». Ο κύκλος των θεμάτων αυτής της χρονιάς θέλει να δώσει απαντήσεις σε προβλήματα και ερωτήματα του σύγχρονου ανθρώπου μέσα από το λόγο του κατά Ιωάννην ευαγγελίου.

Την Κυριακή 11 Δεκεμβρίου και ώρα 19.00 μ.μ. πρώτος προσκεκλημένος είναι ο κ. Σταύρος Ζουμπουλάκης (Πρόεδρος του Ιδρύματος «Άρτος Ζωής» & Διευθυντής του περιοδικού «Νέα Εστία»), ο οποίος θα θέσει το ερώτημα «Γιατί (δεν) διαβάζουμε την Αγία Γραφή;» και θα ακολουθήσει συζήτηση.

Ο Ι. Ναός Αγ. Φιλίππου βρίσκεται στον πεζόδρομο της οδ. Αδριανού, απέναντι από την είσοδο της Αρχαίας Αγοράς και ανάμεσα στους σταθμούς Μετρό Μοναστηράκι & Θησείο.

(στις φωτογραφίες, έργα του Salvador Dali από την ενότητα Biblia Sacra)

ξένος στην πόλη

Κατάγομαι από την Ουκρανία. Ζω και εργάζομαι τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, την οποία αγάπησα σαν δεύτερη πατρίδα μου. Μου αρέσει πολύ το κλίμα, τα χρώματα, η φιλοξενία των ανθρώπων. Μου προσέφερε οικονομική στήριξη την στιγμή που πραγματικά την χρειαζόμουν και μου έδωσε την ευκαιρία για περαιτέρω σπουδές και προσωπική ανάπτυξη. Τι νιώθεις όταν ξαφνικά βρίσκεσαι να κάνεις ένα τέτοιο, δύσκολο άνοιγμα σε μια ξένη χώρα, μακρυά από την πατρίδα σου, την οικογένειά σου, τους ανθρώπους σου;

Μοναξιά, εξάρτηση, σκληρότητα, ανταγωνισμό, αποκλεισμό… Νιώθεις ότι δεν πατάς κάπου σταθερά. Ότι δεν ανήκεις σε αυτό τον τόπο  και ότι δεν σου ανήκει. Δεν μπορείς να συμμετέχεις στην ζωή της χώρας πέρα από την εργασία που προσφέρεις. Καταλαβαίνεις πολύ καλά γιατί οι μετανάστες παίρνουν μαζί τους ένα κομματάκι χώμα όταν πανε στο εξωτερικό ή φιλάνε την γη όταν επιστρέφουν. Νιώθεις ότι δεν ζεις, αλλά υπάρχεις μόνο. Στην χώρα σου νιώθεις, ζεις, αναπνέεις, αλλά δεν μπορείς να λύσεις τα υπαρξιακά σου προβλήματα.

Ξένος εδώ και ξένος πια και εκεί. Για τους παλιούς σου φίλους δεν είσαι ο ίδιος. Μου είπαν πολλές φορές, «εσύ πια δεν είσαι δική μας».

Πόνος… Νιώθεις ότι η ζωή σε προσπερνάει. Βλέπεις τους γονείς σου μια φορά τον χρόνο (στην καλύτερη περίπτωση), βλέπεις ότι γέρνανε, συνειδητοποιείς ότι δεν ζεις καθόλου τα προβλήματα τους και τις χαρές τους. Πονάς πολύ.

Ό,τι κάνεις σε μια ξένη χώρα, χρειάζεται υπερβολικές προσπάθειες. Δεν ζεις την ηλικία σου, έχεις ήδη μεγαλώσει στην ψυχή σου. Τα προβλήματα σου σχετίζονται με την επιβίωσή και της οικογένειας  σου.  Χαίρεσαι αν έχεις την οικονομική δυνατότητα να κάνεις πράγματα για σένα.

Εξάρτηση… Στις αρχές μπαίνεις σε σχέσεις εξάρτησης με ανθρώπους που μπορούν να σε βοηθήσουν να βρεις εργασία ή να σε βοηθήσουν να νοικιάσεις ένα σπίτι.

Οι σχέσεις φιλίας που δημιουργούνται με ανθρώπους είναι κατά κάποιο τρόπο εξαρτημένες. Γιατί δεν σε έχουν ανάγκη, έχουν το περιβάλλον τους. Όμως  εσύ έχεις ανάγκη να δικτυωθείς, εσύ επιδιώκεις την επικοινωνία, παίρνεις πρωτοβουλίες. Πολλές φορές ακούς πολλά «Θαααα», λόγια, υποσχέσεις και ΤΙΠΟΤΑ ως αποτέλεσμα. Απογοητεύεσαι και χάνεις την εμπιστοσύνη στους ανθρώπους, και καμιά φορά, όταν εμφανισθεί κάποιος πραγματικά πρόθυμος, εσύ είσαι ήδη  προκαταλειμμένος και δεν πιστεύεις πια στα λόγια. Κάνεις παρέες με ανθρώπους διαθέσιμους, συνήθως χαμηλότερου μορφωτικού επιπέδου. Δύσκολα μπαίνεις σε ένα περιβάλλον ανθρώπων που θα έκανες παρέα στην χώρα σου. Χρειάζεται να μάθεις καλά την γλώσσα, να αντιληφθείς πώς ζει ο κόσμος, ή να έχουν και οι ίδιοι κάποιο ενδιαφέρον για σένα και την πατρίδα σου.

Ρατσισμός… Παντού στο εργασιακό περιβάλλον ακόμα και απο τους πελάτες, υπηρεσίες, νοσοκομεία.  Ειδικά στις δημόσιες υπηρεσίες. Δεν σου αρέσει; – πήγαινε στην πατρίδα σου. Πολλές δυσκολίες στις  δημόσιες υπηρεσίες για να βγάλεις παραμονής. Το λιγότερο που θα πρέπει να πάει στο τμήμα αλλοδαπών είναι 2 φορές, γιατί όλο και κάτι δεν θα αναφέρουν στα δικαιολογητικά. Και πάλι από την αρχή, την επόμενη μέρα το πρωί απο τις 3 η ώρα τα ξημερώματα για να πιάσεις καλή θέση στην σειρά.

Παρεξήγηση και ταμπέλες – ειδικά για τις γυναίκες. Πρέπει συνέχεια να αποδεικνύεις την αξία σου. Να πρέπει να πείσει τους άλλους να σε σέβονται.  Μαθαίνοντας απο ποια χώρα είσαι, πολλές φορές οι άνθρωποι χάνουν κάθε ενδιαφέρον να σε γνωρίσουν περισσότερο.  Καμιά φορά ακούς διάφορες ιστορίες για τις γυναίκες απο άλλες χώρες που έκαναν κάποιες παράλογες πράξεις, κάτι το οποίο δεν έχει καμία σχέση με τα δικά σου βιώματα.

Ανταγωνισμός… Στο εργασιακό περιβάλλον πρέπει να αποδείξεις ότι είσαι πολύ καλός, γιατί ο πρώτος που θα φύγει θα είσαι εσύ.

Σκληρότητα των ανθρώπων αν σε βρίσκουν σε αδυναμία. Συνήθως ξεσπάνε τα απωθημένα τους ή βρίσκουν τρόπο να εκμεταλλευθούν την κατάσταση προς όφελός τους. Μειώνουν τις αμοιβές ή δεν πληρώνουν καν.

Μοναξιά… Αποκλεισμός… Είσαι έξω από τα έθιμά σου, από τις αξίες με τις οποίες μεγάλωσες, από τις γιορτές. Η μουσική του τόπου και ο χορός σου αρέσει, αλλά δεν σε γεμίζει. Τα ακούσματα δεν συγκινούν την ψυχή σου. Πάντα νιώθεις διαφορετικός και δεν ανήκεις στην κοινωνία που ζεις.

Διαφορετική νοοτροπία και ταπεραμέντο. Στις συζητήσεις δύσκολα παίρνεις σειρά να μιλήσεις. Πρέπει να μάθεις να μιλάς δυνατά και να ξεκινάς να μιλάς προτού τελειώσει την πρότασή του ο συνομιλητής σου.  Διαφορετικά βιώματα καθιστούν δύσκολη την επικοινωνία και την κατανόηση.

Σεβασμό εισέπραξα από τον χώρο της εκπαίδευσης. Στα ΤΕΙ, στα φροντιστήρια, στο πανεπιστήμιο.

Ανακούφιση βρίσκω στην εκκλησία και στην παρέα των ανθρώπων που έχουν αγάπη για τον πλησίον.  Καθώς επίσης και βλέποντας δορυφορική τηλεόραση από την Ρωσία.

ΚΕΙΜΕΝΟ: ΕΛΕΝΗ ΓΚΟΥΡΙΝΑ

όταν έρχεται ο άλλος…

Τα λευκά παπούτσια πατάνε ελαφρώς το κενό – ένα εκατοστό πιο έξω! Μπορεί τυχαία. Αλλά μπορεί και ηθελημένα, ώστε ν’ αφήνουν χώρο για άλλα και για άλλους. Ο άνθρωπος των μαύρων παπουτσιών ζει τον χώρο σαν ιδιοκτησία. Ο άνθρωπος, όμως, του ενός εκατοστού πιο έξω, είναι δημιουργός: κάνει τον χώρο να διαστέλλεται, να μένει κατώφλι άφραχτο. Κι αν ακούτε από τα μέσα του σπιτιού τσούγκρισμα ποτηριών, είναι που πίνουν αμφότεροι· όμως τα ποτήρια τα γεμίζει ο άνθρωπος του ενός εκατοστού παραέξω.

Κείμενο: Ελένη & Θανάσης Παπαθανασίου

Φωτογραφία: Ισίδωρος Κουτσογιάννης

η γιορτή της Παναγίας της Βλασσαρούς

Στις 21 Νοεμβρίου γιόρταζε το μικρό εκκλησάκι της Παναγίας της Βλασσαρούς, που βρισκόταν στη σκιά του βράχου της Ακρόπολης, στον ομώνυμο συνοικισμό ο οποίος εκτεινόταν περίπου στο μέσο της ευθείας του αρχαίου ναού του Ηφαίστου με τη σημερινή Στοά Αττάλου, στο χώρο της Αρχαίας Αγοράς. Αξίζει να σημειωθεί ότι στην απογραφή της 26ης Οκτωβρίου 1824 (που έγινε υπό την υψηλή επιστασία του στρατηγού Γκούρα) ο μαχαλάς της Παναγίας της Βλασσαρούς είχε 66 σπίτια και 329 κατοίκους και ήταν ο πέμπτος ή έκτος σε μέγεθος μαχαλάς της Αθήνας (από τους 35 συνολικά).

Η παλαιά εικόνα της Παναγίας της Βλασσαρούς φυλάσσεται στον Ιερό Ναό του αγίου Φιλίππου και, όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος θα γίνει πανηγυρική Αγρυπνία στην εορτή των Εισοδίων της Θεοτόκου την Κυριακή 20 Νοεμβρίου και ώρα 19.30 μ.μ. – 00.30 π.μ.

η εορτή του αγίου Φιλίππου

Στις 13 & 14 Νοεμβρίου πανηγυρίζει το εκκλησάκι μας, στην παλιά γειτονιά της Βλασσαρούς, εκεί όπου συναντώνται από τα αρχαία χρόνια μέχρι σήμερα άνθρωποι, πολιτισμοί και ιδέες…

Η συμμετοχή σας στη γιορτή μας θα μας δώσει την ιδιαίτερη χαρά και ευλογία της κοινής προσευχής.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ

ΚΥΡΙΑΚΗ 13 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ, 17.30 – 22.00 μ.μ.

Παννυχίδα: Θ΄ Ώρα, Εσπερινός, Λιτή & Αρτοκλασία, Όρθρος & Α΄ Ώρα

ΔΕΥΤΕΡΑ 14 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ, 07.30 – 10.30 π.μ.

Γ΄, Στ΄ Ώρες, Θεία Λειτουργία

ΔΕΥΤΕΡΑ 14 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ, 18.00 – 19.30 μ.μ.

Θ΄ Ώρα, Εσπερινός, Κτητορικό Μνημόσυνο

ΤΕΤΑΡΤΗ 16 ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ, 18.00 – 19.00 μ.μ.

Εσπερινός & Παράκληση στον άγ. Φίλιππο

χωρίς λόγια….

σταυροδρόμι λαών

εκεί που ο σταυρός γίνεται κατάνυξη,
προσδοκία, ελπίδα,
κοινωνία με τους άλλους,
χαρά και άγγιγμα…
εκεί το προσκύνημα γίνεται πορεία!

(Παρασκευάς Κουτσοβίτης)

ατενίζοντας τον Σταυρό

διψά η ψυχή μου για αγάπη

από μακριά όλοι και όλα φαντάζουν όμορφα και ρομαντικά!

στο ασπρόμαυρο ο ρομαντισμός και η νοσταλγία, η απόσταση που τρέφει την φαντασία και μια ακινησία που είναι πάθος και αιχμαλωσία σε κάτι ψεύτικο …

η παρουσία του άλλου θα φέρει τα χρώματα, την περιέργεια, την υποψία πως ο άλλος και όλα αυτά που έχει μέσα της μια καρδιά, μπορείς να τολμήσεις με σεβασμό να τα πλησιάσεις…

ο άλλος και η παρουσία του άλλου!

οι κινήσεις του μπορεί να σε φέρουν μια μέρα κοντά σε αυτό που σε βασανίζει και σε ταλαιπωρεί…

θα το ονομάσουμε δίψα, δίψα για αγάπη…

και ενώ φαντάζει εύκολο τώρα που διψάς να ξεδιψάσεις…

η αγάπη έχει τον τρόπο της να σε μάθει να ξεδιψάς… έχει τον τρόπο της να σε μάθει να ξεδιψάς τους άλλους…

πρέπει να μαθητεύσει στην υπομονή …

η περιέργεια να μην είναι πάθος που θέλει να καταναλώσει τον άλλο αλλά πόθος που με σεβασμό θέλει να τον γνωρίσει..

και ενώ πλησιάζεις στο τέλος, η μαθητεία στην ομορφιά δεν σταματάει ποτέ!

θέλει κόπο να ανοίξεις το σκουριασμένο βρυσάκι…

βρυσάκι < βρύω

και αυτό το ρήμα έχει μια ομορφιά που εύχομαι να την αποκτήσουμε όλοι μας μια μέρα …

γέμω # βρίθω # αφθονώ # είμαι γεμάτος # παράγω αφθόνως # ανθώ # πρασινίζω # ακμάζω # αναβλύζω # αναβρυώ # πηγάζω # ρέω # μεθώ …

πόσο προσεκτικός πρέπει αλήθεια να είναι κανείς…

η δίψα μπορεί να σε τυφλώσει όπως θολώνει πολλές φορές ο έρωτας το νου και μπορεί να αγνοήσει το σαπουνάκι!

(κείμενο – φωτογραφίες: Θανάσης Παυλάκης)

Καλό φθινόπωρο, αγαπητοί μας φίλοι!

εγώ ειμί

Μετά την τελευταία πέτρα,

το βάδισμα πάνω στη θάλασσα της πίστης.

Εκεί,  ο καθένας

και οι δισταγμοί του.

Όμως,  «θαρσείτε».

Αυτός, μετά  τον χορτασμό,

«περιπατών

επί της θαλάσσης»,

έρχεται.

Ενάντιος ο άνεμος

αλλά «μη φοβείσθε».

Ώρα «τετάρτη δε

φυλακή της νυκτός».

Μια  νύχτα λευκή,

σαν την αγρύπνια

της φωτογραφίας.

Γεννάει φαντάσματα.

«Ελθέ».

Και εγώ, ολιγόπιστος,

σαν άλλος Πέτρος,

ανταποκρίνομαι

στο κάλεσμα Του.

Έπειτα, βυθίζομαι, κραυγάζοντας,

«Κύριε, σώσον με».

ΝΙΚΟΣ ΜΑΝΩΛΟΠΟΥΛΟΣ

(φωτογραφία – Σικελία – : Ισίδωρος Κουτσογιάννης)

σύντομα κοντά σας…

… το νέο ημερολόγιο τοίχου (2012) της παρέας μας!

αγρυπνία Μεταμόρφωσης

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 5 ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ 19.30 μ.μ. – 00.30 π.μ.

ΑΓΡΥΠΝΙΑ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΟΡΤΗ ΤΗΣ ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΗΣ ΤΟΥ ΣΩΤΗΡΟΣ

ΣΤΟ ΝΑΟ ΤΟΥ ΑΓ. ΦΙΛΙΠΠΟΥ

οι παρακλήσεις στην Παναγία μας

Δευτέρα 1/8 – Πέμπτη 4/8 & Κυριακή 7/8 – Παρασκευή 12/8

19.30 – 21.00 μ.μ. στο ναό του αγίου Φιλίππου

ΚΑΛΟ ΔΕΚΑΠΕΝΤΑΥΓΟΥΣΤΟ

η γνωριμία μου με την Τρισεύγενη

”Ζωή από κίνησην όλο κι από τρομάρα κι από έρωτα. Από όλα όσα αλλάζουν και ξανά καινούρια γίνονται και πεθαίνουν, για να ξαναγεννηθούν.

Ο πόνος έχει τέτοιαν ομορφιά;

Κι όποιος είν’ έτσι όμορφος αξίζει έτσι να πονεί; “

Τρισεύγενη του Κωστή Παλαμά

Το όνομά της πόσο απλά και όμορφα καταδεικνύει την αλήθεια του προσώπου της..

Ευγενική ψυχή στην ουσία, ανεπιτήδευτα δυναμική, αυθεντική, αφτιασίδωτη. Ελεύθερη από τις συμβάσεις της εποχής της, αρνείται να φορέσει προσωπείο για να αρέσει στους πολλούς.

Στη χώρα τη φωνάζουν αερικό. Και είναι πράγματι σαν τον αέρα που τη μια με δύναμη σαρώνει ό,τι βρει στο πέρασμά του και την άλλη νωχελικά μοιράζει τα χάδια του με τη γλυκιά του αύρα χωρίς όμως να αλλοιώνεται η σύστασή του.

Παραμένει πάντα απαραίτητος για να υπάρχει ζωή.

Όταν η Τρισεύγενη ερωτεύεται τον ορκισμένο εχθρό του πατέρα της, πάει κόντρα στο θέλημά του. Δίνει όμως ταυτόχρονα μία δυνατότητα και μια προοπτική αλλαγής και ξεπεράσματος μιας χρόνιας αρρωστημένης έχθρας και ασάλευτου μίσους.

Έρχεται αντιμέτωπη με τα σχόλια και την κακία του περίγυρου αλλά και με τη σκληροκαρδία της μητριάς της και του πατέρα της που την καταριέται και τη διώχνει από το πατρικό της.

Όλα αυτά φαίνεται να τη στενοχωρούν, αλλά δεν αγγίζουν μήτε κατά το ελάχιστο την αποφασιστικότητά της να λειτουργεί καρδιακά και να πορεύεται ελεύθερα σε αυτό που πιστεύει γι’ αληθινό. Παραμένει πάντα ο εαυτός της και πληρώνει το τίμημα γι’ αυτό. Ένα τίμημα που δεν είναι καθόλου μικρό.

Αποφασίζει να ακολουθήσει τον αγαπημένο της και να ζήσει μαζί του. Δέχεται την πρόταση γάμου που της κάνει με ιδιαίτερο ενθουσιασμό.

Πολύ σύντομα όμως συνειδητοποιεί ότι πρέπει να συμβιβαστεί με την επιθυμία του να τον περιμένει όσο αυτός θα ταξιδεύει στη θάλασσα.

Η Τρισεύγενη αποφασίζει να αποδεχτεί αυτόν τον τρόπο ζωής, θυσιάζοντας το κομμάτι του εαυτού της που λαχταρούσε το ουσιαστικό μοίρασμα της ζωής της μαζί του.

Το πιο δύσκολο κομμάτι όμως γι’ αυτήν, δυσκολότερο και από τη φυσική απουσία του συζύγου της, είναι η συνειδητοποίηση του επικοινωνιακού χάσματος ανάμεσά τους και η αδυναμία του άνδρα της να κατανοήσει και να αποδεχτεί την ελευθερία του προσώπου της.

Την αντιλαμβάνεται μονάχα σαν αντικείμενο που αφού του ανήκει πλέον, έχει το δικαίωμα να το χειριστεί όπως αυτός νομίζει καλύτερα.

Τα στοιχεία του χαρακτήρα της που αρχικά τον έκαναν να την ποθήσει, τώρα τον τρομοκρατούν γιατί δεν μπορεί να τα αξιολογήσει σε βάθος. Τα αναγνωρίζει μόνο σε σχέση με τον αντίκτυπο που έχουν για τη δική του εικόνα στους άλλους.

Το μίσος του για τον πατέρα της που δεν καταφέρνει να ξεπεράσει, η αγωνία του για κοινωνική αποδοχή και καταξίωση, η απορία του και ο θυμός του μπροστά στη γενναιοδωρία της Τρισεύγενης και στην ευκολία της στις συναναστροφές, δημιουργούν ανάμεσά τους ένα τείχος που ματαιώνει την άδολη αγάπη της.

Η αλλόκοτη για τους πολλούς μα τόσο αυθεντικά ανθρώπινη Τρισεύγενη, ξένη μέσα σε όλους, δίνει τέλος στη μοναχική της πορεία αυτοκτονώντας.

Η Λυδία Κονιόρδου μας χάρισε μία παράσταση στοχευμένη στην ουσία του δράματος του Κωστή Παλαμά, χωρίς σκηνογραφικές υπερβολές, εμπλουτίζοντας το λυρισμό του έργου μέσα από τη μουσική και με την πολύ έξυπνη κίνηση των ηθοποιών στο χώρο.

Η ερμηνεία της Στεφανίας Γουλιώτη κατάφερε να μας συγκινήσει κρατώντας το ενδιαφέρον μας αμείωτο μέχρι τέλους.

Αληθινά αφοπλιστική η τελευταία σκηνή όπου πατέρας και σύζυγος βρίσκονται αντιμέτωποι πρόσωπο με πρόσωπο σε μια αξεπέραστη σιωπή αμηχανίας. Μπροστά στα συντρίμμια μιας συμβολικής στάμνας, πνιγμένοι και οι δύο στο πηχτό σκοτάδι του εγωκεντρισμού τους, φαίνονται ανίκανοι να ξεπεράσουν το μίσος τους, παγιδευμένοι στον ελάχιστο χώρο που καταλαμβάνει ο τραγικός εαυτός τους.

(Άντα Μπαραχάνου)

η γιορτή του αγ. Μιχαήλ Πακνανά στο ναό του αγ. Φιλίππου

Ο Άγιος Μιχαήλ ο Πακνανάς καταγόταν από την Αθήνα και ήταν γιος καλής οικογένειας με γονείς ευσεβείς και πιστούς. Δεν κατάφερε να μορφωθεί και να σπουδάσει κάποια επιστήμη. Απλός και αγράμματος καλλιεργούσε κηπευτικά και έπειτα τα πουλούσε ο ίδιος.

Όταν ήταν 18 ετών γυρίζοντας με το γαϊδουράκι του προσπαθώντας να πουλήσει τα προϊόντα του στα χωριά της Αττικής τον συνέλαβαν οι Τούρκοι και τον κατηγόρησαν ότι προμήθευε με πυρίτιδα τους κλέφτες της ορεινής περιοχής. Τον φυλάκισαν αφού πρώτα τον έδειραν και τον έβρισαν. Του πρότειναν να αλλάξει την πίστη του για να σωθεί ( κάτι που συνήθιζαν οι Τούρκοι ) αλλά αυτός απαντούσε συνεχώς  «τον Χριστό δεν αρνούμαι». Στην φυλακή έμεινε 30 ημέρες και εκεί τον επισκεπτόταν ο ευσεβής Γεώργιος για να τον εμψυχώνει.

Οι Τούρκοι διέταξαν την θανάτωση του και έτσι τον οδήγησαν στους στύλους του Ολυμπίου Διός. Γονάτισε και περίμενε το χτύπημα του δημίου. Εκείνος θέλοντας να τον δοκιμάσει τον χτύπησε 2 φορές ελαφρά  κόβοντας του τον τράχηλο. Ο μάρτυς Μιχαήλ έλεγε σταθερά και τις 2 φορές  «Χτύπα για την Πίστη». Με το τρίτο χτύπημα ο δήμιος έκοψε το κεφάλι του Αγίου στις  9 Ιουλίου 1771 μέρα που η Εκκλησία μας γιορτάζει την μνήμη του.

Τέλος, η Εκκλησία της Ελλάδος  λόγω του, ότι ήταν κηπουρός και σύστηνε μια διατροφή πλούσια σε λαχανικά και φρούτα τον εξέλεξε στις  4 Απριλίου 2003 ως προστάτη των Διαιτολόγων – Διατροφολόγων.

Το σπίτι του αγίου Μιχαήλ του Πακνανά βρισκόταν στη συνοικία της Βλασσαρούς, κάτω από το βράχο της Ακρόπολης, και η ενορία του ήταν ο βυζαντινός  ναός των Αγίων Αποστόλων ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα μέσα στον αρχαιολογικό χώρο της Αρχαίας Αγοράς. Γι΄ αυτό το λόγο, κάθε χρόνο τιμούμε στο ναό του αγ. Φιλίππου τη μνήμη του αγίου νεομάρτυρα της Αθήνας.

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΑΚΟΛΟΥΘΙΩΝ

Το ΣΑΒΒΑΤΟ 09 ΙΟΥΛΙΟΥ και ώρα 18.00 – 19.30 μ.μ. θα γίνει η ακολουθία του Εσπερινού της εορτής με Αρτοκλασία

και την ΚΥΡΙΑΚΗ 10 ΙΟΥΛΙΟΥ και ώρα 07.00 – 10.30 π.μ. η ακολουθία του Όρθρου της εορτής και η Θεία Λειτουργία.

Κατά τη διάρκεια των εορταστικών Ακολουθιών θα εκτίθενται προς προσκύνηση τεμάχια των Ι. Λειψάνων των αγίων Μαρίνης, Ευτυχίου, Ταρσιζίου και του αγίου Λουκά αρχιεπισκόπου Κριμαίας του ιατρού.

η εορτή των αγίων Αποστόλων στην Αρχαία Αγορά

Στις 29 και 30 Ιουνίου πανηγυρίζει ο ιστορικός Ιερός Ναός των Αγίων Αποστόλων, ο οποίος είναι κτίσμα του 11ου αιώνα και βρίσκεται εντός του Αρχαιολογικού χώρου της Αρχαίας Αγοράς. Πρόκειται για Βυζαντινό Ναό Αγιορείτικου ρυθμού, ο οποίος είχε αρχικά χρησιμοποιηθεί ως πρωτοχριστιανικό Βαπτιστήριο των Αθηνών, ενώ αποτελούσε ζωντανή ενορία ως το 1931 οπότε άρχισαν οι ανασκαφές στον ευρύτερο αρχαιολογικό χώρο. Σήμερα παραμένει ως ένα από τα σημαντικότερα Βυζαντινά μνημεία των Αθηνών και λειτουργείται κάθε χρόνο την ημέρα της Σύναξης των 12 Αποστόλων, 30 Ιουνίου.

Το πρόγραμμα των Εορταστικών Ακολουθιών έχει ως εξής:

Τετάρτη 29 Ιουνίου: 18.00 – 20.00 μ.μ.
Ακολουθία του Εσπερινού & Αρτοκλασία
στο ναό των αγίων Αποστόλων

Πέμπτη 30 Ιουνίου: 07.00 – 10.00 π.μ.
Όρθρος & Θεία Λειτουργία
στο ναό των αγίων Αποστόλων

Πέμπτη 30 Ιουνίου: 19.00 – 20.30 μ.μ.
Μεθεόρτιος Εσπερινός & Παράκληση στους αγ. Αποστόλους
στο ναό του αγ. Φιλίππου
(στον πεζόδρομο της οδ. Αδριανού, ακριβώς απέναντι από την είσοδο της Αρχαίας Αγοράς)

Κατά τη διάρκεια όλων των εορταστικών Ακολουθιών θα εκτίθενται προς προσκύνηση τεμάχια των Ι. Λειψάνων των αγ. Αποστόλων Πέτρου, Θωμά & Φιλίππου.

Η πρόσβαση στο ναό των αγίων Αποστόλων είναι δυνατή από την είσοδο της Αρχαίας Αγοράς στον πεζόδρομο της οδ. Αδριανού).